Πίσω στο DIGI1.gr
Tag: Hands On
Vero W10i Hands On Review
Από georgek@digerati.gr Τρίτη 25/11/2014
Blog index vero front

Ένας από τους λόγους για τους οποίους η Microsoft έχει τόσο χαμηλό μερίδιο αγοράς στα tablets (μόλις 4% κατ’ εκτίμηση για το 2014) είναι το κόστος άδειας των Windows που πρέπει να καταβάλουν οι κατασκευαστές. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, το Android να είναι μονόδρομος για συσκευές χαμηλού κόστους.

Βλέποντας ευκαιρίες να χάνονται, η Microsoft αποφάσισε να κάνει αυτό που θα φαινόταν αδιανόητο: Να δώσει δωρεάν τα Windows σε κατασκευαστές tablets και smartphones. Φυσικά, επειδή η Microsoft είναι η Microsoft έπρεπε να δημιουργήσει μια μικρή σύγχηση γύρω από αυτό, αλλάζοντας την ονομασία των Windows σε «Windows 8.1 with Bing». Επειδή το W10i έρχεται με αυτή την έκδοση Windows και ενδεχομένως κάποιοι από εσάς θυμούνται την πετσοκομμένη έκδοση των Windows 7 που ερχόταν με κάποια laptop, αξίζει να κλέψουμε μερικές γραμμές από το review για να εξηγήσουμε τι ακριβώς είναι τα Windows 8.1 with Bing και που επηρεάζουν τον αγοραστή μιας συσκευής.

Η σύντομη απάντηση είναι: Πουθενά! Τα Windows που θα πάρετε μαζί με το W10i είναι τα ίδια Windows για τα οποία θα πληρώνατε περί τα 100 ευρώ, εάν θέλατε να τα αγοράσετε για τον υπολογιστή σας. Η μόνη διαφορά που έχει αυτή η έκδοση των Windows 8.1 σε σχέση με άλλες, είναι ότι ο κατασκευαστής της συσκευής δεν μπορεί να αλλάξει την προεπιλεγμένη μηχανή αναζήτησης του Internet Explorer και πρέπει υποχρεωτικά να σας την πουλήσει με το Bing ως προεπιλογή. Αυτό δεν εμποδίζει τον αγοραστή να αλλάξει την μηχανή αναζήτησης ή να εγκαταστήσει και να χρησιμοποιεί κάποιο άλλο πρόγραμμα περιήγησης, όπως τον Firefox ή τον Chrome.

Η Oktabit, εκμεταλλευόμενη αυτή την απόφαση της Microsoft, διαθέτει στην ελληνική αγορά δύο tablets, το W8i και το W10i – στις οκτώ και δέκα ίντσες αντίστοιχα. Εμείς, έχοντας στα χέρια μας το W10i, μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας.

 

Σχεδιασμός – Ποιότητα Κατασκευής – Οθόνη

Το W10i έχει λιτή σχεδίαση, ένα απλό ορθογώνιο σασί με στρογγυλεμένες γωνίες. Καλή εντύπωση μας έκανε η λαστιχένια επίστρωση στην πίσω πλευρά που προσφέρει πολύ πιο σταθερό κράτημα από μοντέλα άλλων κατασκευαστών αλλά λερώνεται έυκολα. Παρόλα αυτά, το βάρος του (ζυγίζει 690 γραμμάρια), το καθιστά μάλλον κουραστικό για παρατεταμένη χρήση. Άλλο ένα σημείο που μας προβλημάτισε, ήταν η θέση στην οποία βρίσκονται τα ηχεία. Κρατώντας τη συσκευή σε οριζόντια θέση και με τα δύο χέρια, τα ηχεία σκεπάζονται με αποτέλεσμα να παραμορφώνεται ο ήχος.  Όταν δεν εμποδίζονται, τα ενσωματωμένα ηχεία δίνουν ένα πολύ καλό αποτέλεσμα, με αρκετή ένταση και καθαρότητα.

Η οθόνη έχει διαγώνιο 10,1 ίντσες, ανάλυση 1280x800 pixels και υποστηρίζει multitouch. Έχει αρκετά καλή ευκρίνεια, εντυπωσιακή (για το κόστος του W10i) απόδοση χρωμάτων και μεγάλη γωνία θέασης. Όπως όλες οι φθηνές οθόνες όμως, υποφέρει από υπερβολική γυαλάδα, με αποτέλεσμα να γίνεται δύσκολη η χρήση της συσκευής όταν πέφτει φως πάνω της.

 

Επεξεργαστής – Μνήμη – Επιδόσεις

Ο επεξεργαστής του W10i είναι ο Intel Atom Z3735F και είναι χρονισμένος στα 1.33 GHz, ενώ με το Burst Technology της Intel, μπορεί να ανεβάσει τη συχνότητά του στα 1.83 GHz (αυτό σημαίνει όταν βλέπετε σε τεχνικά χαρακτηριστικά ενός επεξεργαστή να αναφέρεται για παράδειγμα το up to 1.83 GHz). Η  RAM της συσκευής είναι 2 GB DDR3 ενώ ο αποθηκευτικός της χώρος είναι 32 GB (από τα οποία θα έχετε τα μισά περίπου διαθέσιμα).

Με αυτά τα χαρακτηριστικά δεν περιμένει κανείς ότι θα μπορεί να τρέχει βαριά προγράμματα επεξεργασίας εικόνας ή video, αλλά τόσο σε παιχνίδια που δοκιμάσαμε από το Microsoft Store όσο και σε εφαρμογές γραφείου, δεν αντιμετωπίσαμε κάποια καθυστέρηση ή άλλο πρόβλημα.

 

Κάμερα – Συνδεσιμότητα – Μπαταρία

Το W10i διαθέτει δύο κάμερες, μία μπροστά και μία πίσω, και οι δύο στα 2 MP. Και οι δύο, τα πάνε πολύ μέτρια σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού, ενώ ακόμα και σε δωμάτιο με επαρκή φωτισμό οι φωτογραφίες και το video που βγάλαμε είχαν έντονο κόκκο. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορείτε να κάνετε άνετα μια βιντεοκλήση, αλλά μη βιαστείτε να βγάλετε τη φωτογραφική σας μηχανή σε αχρηστία.

Σε περίπτωση που ο διαθέσιμος αποθηκευτικός χώρος δεν σας αρκεί, μπορείτε να τον επεκτείνετε με μια microSD κάρτα και αν διαλέξετε να το κάνετε αυτό, θα παρατηρήσετε ότι δίπλα στην υποδοχή της microSD υπάρχει και άλλη μία που δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται για κάτι. Πιθανότατα από το ίδιο καλούπι φτιάχνονται και σασί για άλλες συσκευές με υποδοχή για κάρτα 3G. Ένα από τα μεγαλύτερα προτερήματα του W10i είναι ότι διαθέτει μια κανονική θύρα USB 2.0, κάτι που σημαίνει ότι ακόμα κι αν ξεχάσετε τον micro USB αντάπτορα, δεν θα έχετε πρόβλημα να συνδέσετε ένα φλασάκι ή μια άλλη USB συσκευή. Στα πλαϊνά του W10i, θα βρείτε ακόμα μια θύρα HDMI, μια θύρα micro USB και μια είσοδο για ακουστικά.

Στις αδυναμίες του W10i θα πρέπει να προσθέσουμε και το γεγονός ότι για την φόρτισή του απαιτείται ο δικός του φορτιστής και δεν μπορεί να φορτίσει από την θύρα micro USB. Εκτός από το γεγονός ότι δεν μπορείτε να χρησιμοποιήσετε έναν φορτιστή για να φορτίσετε και το τηλέφωνο και το tablet σας, αυτό θα αποδειχτεί αρκετά προβληματικό σε περίπτωση που ο φορτιστής του W10i χαθεί ή χαλάσει. Ευτυχώς που η μπαταρία του είναι χωρητικότητας 7000 mAh και κρατάει αρκετή ώρα πριν χρειαστεί να το φορτίσετε.

Τέλος, στην κάτω μεριά της συσκευής, υπάρχει μια υποδοχή που προορίζεται για dock ή για πληκτρολόγιο, το οποίο όμως δεν είναι ακόμα διαθέσιμο στην αγορά.

 

Συμπέρασμα

Με λίγο κάτω από τα 200 ευρώ, το W10i είναι η φθηνότερη πρόταση για Windows tablet στις δέκα ίντσες. Σε αυτή τη διάσταση, με μια θήκη με πληκτρολόγιο (ή με το δικό του dock όταν το φέρει η Oktabit) μπορεί κανείς να το χρησιμοποιήσει άνετα και ως netbook για πιο απαιτητικές εργασίες. 

To Vero W10i για τις ανάγκες της παρουσίασης μας το διέθεσε η Oktabit.

Η αναλυτική βαθμολογία του Vero W10i

 

Κώστας Λαμπρόπουλος

 

Κάτω από: Test
Sony DSC-RX100iii – Hands On
Από georgek@digerati.gr Τετάρτη 17/09/2014
Blog index rx100iii 800

Μικρή Επαγγελματική

To τρίτο μέλος της οικογένειας RX100, που περιλαμβάνει τις προηγμένες pocket μηχανές της Sony, είναι ελάχιστο χρόνο στην αγορά και έρχεται να προσθέσει ακόμη περισσότερες δυνατότητες και ευκολίες στα χέρια του απαιτητικού χρήστη. Ο τελευταίος είναι εκείνος που δεν ικανοποιείται με την ποιότητα που προσφέρουν οι τυπικές pocket μηχανές –πόσο μάλλον τα τηλέφωνα– και στόχος του είναι η καλύτερη δυνατή ποιότητα στο μικρότερο δυνατό μέγεθος. Για να στραφεί στην RX100iii σημαίνει ότι μπορεί να αποχωριστεί το super zoom που διαθέτουν άλλες μηχανές στην κατηγορία τσέπης, με αντάλλαγμα μία τεράστια διαφορά προς όφελος του σε ό,τι αφορά τις δυνατότητες λήψης και την ποιότητα των φωτογραφιών. Ο χρήστης της RX100iii δεν θέλει να στερηθεί την ευκολία που προσφέρουν οι point ‘n shoot μηχανές κάθε μορφής, αλλά θέλει να γνωρίζει ότι με το «εργαλείο», που έχει στην τσέπη του, μπορεί να δημιουργήσει, ανά πάσα στιγμή, ελκυστικές εικόνες εξαιρετικής ποιότητας. Για να πραγματοποιηθεί ο στόχος των υψηλής ποιότητας φωτογραφιών  χρειάζεται να έχει κανείς στα χέρια του μία καλή, πολύ καλή φωτογραφική μηχανή, ανώτερου επιπέδου, όπως είναι η RX100iii.

H RX100iii ήταν στη διάθεση μας για αρκετό χρονικό διάστημα και μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι τα παραπάνω τα οποία είναι στόχοι της Sony έχουν επιτευχθεί σε μέγιστο βαθμό. Η εμπειρία μου ήταν σαφώς πιο ευχάριστη από ό,τι με την RX100ii, την οποία επίσης είχα την ευκαιρία να χρησιμοποιήσω για μεγάλο χρονικό διάστημα πριν από ένα χρόνο, περίπου. Η RX100iii έχει ένα σαφώς πιο τεχνοκρατικό προφίλ με την έννοια ότι δείχνει και είναι ένα ακόμη καλύτερο εργαλείο φωτογράφισης για εκείνον που μπορεί να εκμεταλλευτεί τις δυνατότητες της. Αν δεν γνωρίζει, απλώς θα επωφεληθεί από ορισμένα μοναδικά χαρακτηριστικά που διαθέτει η RX100iii και από την αφθονία αυτοματισμών που έχει ενσωματώσει σε αυτή η Sony. Ο φακός της είναι Zeiss Vario-Sonnar 24-70mm (ισοδύναμα σε 35mm),  F1.8-2.8, είναι φωτεινότερος από της RX100ii και φέρει την επίστρωση T*. Την ίδια επίστρωση έχει εφαρμόσει η Zeiss και στο OLED Tru-Finder, το οποίο ενσωματώνει η RX100iii. Το ηλεκτρονικό σκόπευτρο OLED, το οποίο φέρει η RX100iii προσφέρει σημαντικά περισσότερη πληροφόρηση στον χρήστη σε σχέση με την ενσωματωμένη οθόνη, η οποία είναι κατάλληλη για την point and shoot φωτογράφιση. Το OLED Tru-Finder διαθέτει μεγαλύτερη ανάλυση (0,39’’/ 1,44Mpixel) και οξύτητα εικόνας από την ανακλινόμενη οθόνη LCD (3’’, 1,23Mpixel) στην πλάτη της μηχανής. Για το μέλλον, όταν οι οικονομοτεχνικές συνθήκες το επιτρέψουν, θα ζητήσουμε ένα λίγο μεγαλύτερο σκόπευτρο και περιστρεφόμενη (όχι απλά ανακλινόμενη) οθόνη OLED στην πλάτη… Η ποιότητα των εικόνων που δίνει η RX100iii, η ακρίβεια του μηχανισμού εστίασης που διαθέτει, η αναλυτική ικανότητα του φακού της και τα χαρακτηριστικά βάθους πεδίου που διαθέτει, υποστηρίζουν με σαφήνεια ακόμη καλύτερες επιλογές στην σκόπευση, τις οποίες θα πρέπει η Sony να λάβει υπόψη στην επόμενη αναβάθμιση. Οι μηχανικοί της εταιρείας έχουν καταφέρει να μας ανοίξουν την όρεξη και να μας κεντρίσουν το ενδιαφέρον με το OLED Tru-Finder στις RX100ii και RX100iii, αλλά, λαμβανομένου υπόψη των μεγεθών, η ενσωμάτωση μεγαλύτερου σκοπεύτρου θα είναι μάλλον ένα δύσκολο πρόβλημα για αυτούς. Η παρούσα οθόνη LCD διευκολύνει κατά τις λήψεις υπό περίεργες και ασυνήθιστες γωνίες θέασης, αλλά στην περίπτωση αυτή ο χρήστης θα πρέπει να επιστρατεύσει μεγάλο μέρος από την πείρα του και την εμπειρία λήψης με την RX100iii για να συνθέσει σωστά την εικόνα, ειδικά σε ό,τι αφορά το βάθος πεδίου.

Ο αισθητήρας της μηχανής είναι ιδιαίτερα μεγάλος για το είδος της μηχανής – CMOS Exmor R 1,0’’, 20,1Μpixel– και την κατηγορίας της με βάση το μέγεθος και οδηγεί σε εικόνες με ιδιαίτερα μεγάλη η δυναμική αντίθεση. Καθώς η πορεία της χρήσης εξελίσσεται, γίνεται κατανοητό από τον φωτογράφο ότι έχει στα χέρια του μία μηχανή που μπορεί να ανταπεξέρθει σε ένα πολύ μεγάλο εύρος φωτιστικών συνθηκών, χάρη και στο ενσωματωμένο φίλτρο ουδέτερης πυκνότητας, το οποίο λειτουργεί (και) αυτόματα και προσαρμόζει τη δυναμική περιοχή προς όφελος της ευελιξίας του χρήστη, προσφέροντας του μεγαλύτερο έλεγχο κατά τη λήψη, αλλά και τη δυνατότητα δημιουργίας εφέ.

Το σώμα της μηχανής είναι ελάχιστο σε μέγεθος. Με βάση τις δυνατότητες που ενσωματώνονται σε αυτό και την επιλογή το σασί να είναι από αλουμίνιο, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι  να απονέμουμε εύσημα στην Sony. To αλουμίνιο καθιστά την RX100iii ιδιαίτερα ανθεκτική, κάτι που είχα τη δυνατότητα να το διαπιστώσω από πρώτο χέρι, μετά την μεγάλη φυσική ταλαιπωρία στην οποία υπέβαλα τη μηχανή. Η όλη υλοποίηση γίνεται ακόμη περισσότερο εντυπωσιακή αν λάβουμε υπόψη τα χαρακτηριστικά του φακού που ενσωματώνεται. Με μέγιστη φωτεινότητα F1.8-F2.8, o φακός της Zeiss δίνει δυνατότητα έντονης αποεστίασης, δημιουργώντας εικόνες με μεγάλο βάθος πεδίου. Τα πορτραίτα που δίνει η RX100iii είναι υψηλού επιπέδου και πρακτικά θα πρέπει να στραφεί κανείς σε μία μηχανή Full Frame για να καταφέρει να επιτύχει κάτι καλύτερο.  Ο φακός δεν δίνει παραμορφώσεις ακόμη και στην ευρυγώνια θέση, ενώ ακόμη και στις περισσότερο extreme λήψεις δεν θα προβληματίσει με τη γεωμετρία του. Άριστη είναι η αυτόματη ισορροπία του λευκού, αλλά και τα presets είναι έξυπνα τοποθετημένα στο φάσμα προκειμένου να δίνουν αξιόπιστές λύσεις όταν οι συνθήκες διαφοροποιούνται από αυτές της γενικής φωτογράφισης. Η υψηλή ευαισθησία και η αποθορυβοποίηση του Bionz X οδηγούν σε άριστα αποτελέσματα σε λήψεις με ISO4000. Από εκεί και πάνω ο κόκκος κάνει περισσότερο αισθητή την παρουσία του στα jpegs της μηχανής, αλλά δεν πρόκειται να προβληματίσει επ’ ουδενί τον μέσο χρήστη, αλλά ούτε τον περισσότερο ψαγμένο φωτογράφο, στις περισσότερες των περιπτώσεων και ανάλογα με το σκοπό της φωτογράφησης. Η ευκρίνεια της Sony RX100iii είναι άριστη και ικανοποιητική ακόμη και σε ακραίες θέσεις του διαφράγματος. Στην πράξη από το F4.0 και μετά ο Zeiss δίνει τον καλύτερο του εαυτό, ενώ ακόμη και το F1.8 είναι πάντα υπολογίσιμο και στη διάθεση μας. H δυνατότητα λήψης σε .raw προσφέρει πολλές επιπλέον δυνατότητες στον φωτογράφο, ειδικά σε λήψεις που είναι ιδιαίτερα δύσκολες. Το πρόγραμμα μετατροπής Sony Image Data Converter προσφέρει πλήθος δυνατοτήτων, αλλά ταυτόχρονα είναι αρκετά «βαρύ».

Οι αποκρίσεις της RX100iii σε ταχύτητα ικανοποιούν και με το παραπάνω αυτό που αναμένεται να ζητήσει ο χρήστης μίας pocket μηχανής. Το σύστημα εστίασης είναι ένα βήμα μπροστά από αυτά που απαντώνται σε τυπικές μηχανές τέτοιου μεγέθους… Η λογική της τοποθέτησης των πλήκτρων και των χειριστηρίων στο σώμα είναι εύκολα απομνημονεύσιμη από τον χρήστη. Αυτό που θα συνέβαλε στην περαιτέρω αύξηση της ταχύτητας χρήσης της RX100iii είναι… το μεγάλωμα του μεγέθους της, κάτι το οποίο έως τώρα (καλώς, για προφανείς λόγους) είναι αντίθετο με την πορεία εξέλιξης της RX100iii. Το οπτικά σταθεροποιημένο σύστημα σύλληψης του φωτός της “μικρής επαγγελματικής” της Sony, με δυνατότητα απεικόνισης «ρηχού» βάθους πεδίου, υποβοηθείται σημαντικά από τον περιστροφικό δακτύλιο γύρω από το φακό, ο οποίος μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε για απευθείας χειροκίνητη εστίαση, είτε για μικροδιορθώσεις στο αυτόματο σύστημα. Οι λειτουργίες AF στην RX100iii είναι πλήρεις και προσαρμόσιμες στις απαιτήσεις του φωτογράφου και στις συνθήκες λήψης. Αξίζει να συγκρατήσετε ότι υπάρχει ακόμη ειδική λειτουργία AF (όχι στα αυτόματα προγράμματα, αλλά στα modes ελέγχου) έτσι ώστε κατά φωτογράφιση πορτρέτων η εστίαση να γίνεται στα μάτια του μοντέλου και όχι γενικά στο πρόσωπο. Η δυνατότητα αυτή είναι ιδιαίτερα χρήσιμη και οδηγεί σε όμορφα πορτραίτα και λειτουργεί προσθετικά στα χαρακτηριστικά του φακού και του αισθητήρα που διαθέτει η μηχανή.

Η λήψη video 1080p μπορεί να γίνει με κωδικοποίηση XAVC S, πλέον της AVCHD, προσφέροντας αποδοτικότερη συμπίεση και οικονομία αποθηκευτικού χώρου. Η RX100iii συνεργάζεται με την εφαρμογή PlayMemories της Sony, αλλά και με εφαρμογές τρίτων, με τρόπο ασύρματο μέσω Wi-Fi.

Ολοκληρώνοντας, η RX100iii είναι μία επαγγελματικού επιπέδου μηχανή σε μικρό μέγεθος από τη Sony, η οποία εμπνέεται από και συμπληρώνει τη σειρά α της εταιρείας. Η RX100iii είναι ιδανικός παρτενέρ των μηχανών full frame της σειράς α7, αλλά και μία πολύ έξυπνη ιδέα αγοράς για εκείνον που έχει πάθος για επαγγελματικού επιπέδου εικόνες, αλλά επιδιώκει ταυτόχρονα την οικονομία και την ευελιξία.

Βαθμολογία και τιμές για τη Sony DSC-RX100iii μπορείτε να δείτε εδώ

Στάθης Ασπιώτης

Αριστερά η πρώτη RX100, στο κέντρο η νεά RX100iii, με νέο φακό Zeiss και ενσωματωμένο φλας.

Κάτω από: Test
APC Smart-UPS C 1500 hands on
Από georgek@digerati.gr Παρασκευή 04/07/2014
Blog index front

To όνομα της APC είναι συνώνυμο σχεδόν με την κατηγορία συσκευών UPS. Καθόλου τυχαία βέβαια, καθώς η αμερικανική εταιρεία είναι από εκείνες που παράγουν εντατικά τεχνολογία στον τομέα. H Schneider Electric, στην οποία ανήκει η APC έχει μεγάλη τεχνογνωσία στο σχεδιασμό, ανάπτυξη και υποστήριξη των μεγαλύτερων Data Centers. Στα καταναλωτικά ηλεκτρονικά και τους υπολογιστές την γνωρίζουμε την APC από την προστασία που προσφέρει σε αυτές (και εμάς) εξασφαλίζοντας αδιάλειπτη παροχή ισχύος. Με τον τρόπο αυτό οι συσκευές και τα δεδομένα μας είναι ασφαλή στις περιπτώσεις διακοπής ρεύματος. Η προσθήκη ενός UPS στον εξοπλισμό μας, δίνει σε εμάς τον χρόνο –ο οποίος υπό άλλες συνθήκες δεν υπάρχει– να κάνουμε save και να αποθηκεύσουμε τα δεδομένα μας, ενώ η διαδικασία μπορεί να αυτοματοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Η μονάδα που είχαμε στη διάθεση μας για δοκιμή σε πραγματικές συνθήκες ήταν το Smart-UPS C 1500, ένα UPS τεχνολογίας Line-Interactive. Η τεχνολογία Line-Interactive είναι κατάλληλη για περιοχές που οι διακοπές ρεύματος δεν αποτελούν ρουτίνα –κάτι που μπορούμε να πούμε ότι ισχύει για το μεγαλύτερο μέρος της χώρας μας, παρά τα όποια προβλήματα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Υπό την προϋπόθεση αυτή, η τεχνολογία Line-Interactive συμβάλει ώστε η κατανάλωση της ισχύος να διατηρείται σε χαμηλά επίπεδα, η έκλυση θερμότητας στον χώρο μας να είναι χαμηλή και, επειδή η τοπολογία της είναι απλή, με χρήση λίγων σχετικά εξαρτημάτων, μπορούμε να πούμε ότι οδηγεί στην υλοποίηση αξιόπιστων συσκευών. Αυτά γενικά, καθώς οι ποιοτικές και λειτουργικές διαφορές ανάμεσα στους διαφόρους κατασκευαστές είναι μεγάλες, όπως μπορεί κανείς να αντιληφθεί από τις διαφορές στην τιμολογιακή πολιτική, ακόμη.

To Smart-UPS C 1500 παρέχει στην έξοδο του καθαρό ημίτονο, έτσι ώστε να μπορεί να συνεργαστεί με τις πλέον ευαίσθητες και απαιτητικές συσκευές από άποψη τροφοδοσίας. Επιπλέον, η APC έχει ενσωματώσει στo configuration menu της συσκευής τρεις επιλογές για τα επίπεδα ποιότητας του ρεύματος στην έξοδο της. Η θέση «Good» ενεργοποιεί περισσότερο συχνά τη λειτουργία μέσω των μπαταριών προκειμένου να παρέχει την καθαρότερη δυνατή ισχύ στις συσκευές που τροφοδοτεί. Η επιλογή “Poor” δίνει περισσότερο βάρος στη μακροβιότητα των μπαταριών, επιτρέποντας μεγαλύτερες ανοχές στην ισχύ εξόδου (και λιγότερη ευαισθησία στην είσοδο), ενώ υπάρχει και μία ενδιάμεση επιλογή, η “Fair”. Επίσης, στην επιλογή του χρήστη είναι το bypass –Green mode– των κυκλωμάτων διόρθωσης της τάσης (AVR) όταν η τάση εισόδου είναι μέσα στα αποδεκτά όρια. Με τον τρόπο μεγαλώνει η διάρκεια ζωής του ίδιου του UPS, ενώ μειώνεται η καταναλισκόμενη ισχύς και έκλυση θερμότητας στο περιβάλλον. Επίσης, ο μύθος ότι τα UPS τεχνολογίας Line-Interactive δεν προστατεύουν από τις υπερτάσεις και το θόρυβο της γραμμής ρεύματος καταρρίπτεται με… πανηγυρικό τρόπο από την APC. Tα UPS Line-Interactive προστατεύουν από τις υπερτάσεις και το θόρυβο, εξασφαλίζοντας την αξιόπιστη λειτουργία των συσκευών που τροφοδοτούν. Αρκεί, φυσικά, να ανήκουν σε μία ανώτερη κατηγορία ποιότητας (και κόστους) και να είναι σχεδιασμένα να προσφέρουν τέτοιου είδους προστασία.

Η οθόνη LCD στην πρόσοψη της συσκευής παρέχει πλήθος πληροφοριών σχετικά με τη λειτουργία του UPS, στις οποίες περιλαμβάνονται η καταναλισκόμενη ισχύς από το φορτίο στην έξοδο της συσκευής, ο εναπομένων χρόνος λειτουργίας και η τάση στην οποία βρίσκεται η μονάδα συνδεδεμένη στο δίκτυο μας. Η πίσω όψη επιφυλάσσει μία ευχάριστη έκπληξη καθώς, εκτός από τις θύρες USB και RJ45, στη διάθεση του χρήστη βρίσκονται οκτώ ρευματολήπτες. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει η δυνατότητα απευθείας σύνδεσης των συσκευών μας στο Smart-UPS C 1500 χωρίς τη χρήση πολύμπριζου.

Η λειτουργία του Smart-UPS C 1500 είναι αθόρυβη, με το ανεμιστηράκι ψύξης να περνάει κυριολεκτικά απαρατήρητο – εκτός αν το αφουγκραστείτε– τόσο σε Green, όσο και σε κανονικό mode λειτουργίας.  Το ότι η δοκιμή έγινε καλοκαίρι μας οδήγησε να εκτιμήσουμε ιδιαίτερα το γεγονός ότι η έκλυση θερμότητας από το Smart-UPS C 1500 είναι πολύ μικρή, σχεδόν αμελητέα σε σχέση με το παλαιότερης σχεδίασης UPS, το οποίο αντικατέστησε στο σταθμό εργασίας μας.

Το Smart-UPS C 1500 λειτουργεί με μία κασέτα δύο σφραγισμένων μπαταριών της APC, οι οποίες είναι καθοριστικής σημασίας παράγοντας σε ό,τι αφορά την αξιοπιστία της λειτουργίας του UPS και καλύπτονται από εγγύηση ενός έτους – δύο έτη είναι η εγγύηση της συσκευής. Οι μπαταρίες προσφέρουν παροχή ισχύος για 4min στην περίπτωση που το φορτίο είναι το μέγιστο επιτρεπτό (900W), χρόνος που γίνεται 14min για το μισό περίπου φορτίο στην έξοδο της συσκευής. Η APC συνοδεύει το Smart-UPS C 1500 με λογισμικό για κεντρικό απομακρυσμένο και τοπικό και έλεγχο, ενώ προβλέπεται το αυτόματο σβήσιμο των υπολογιστών στην περίπτωση διακοπής ρεύματος. Η τιμή του APC Smart-UPS C 1500 είναι 470€ και το κόστος αντικατάστασης των μπαταριών μολύβδου 175€.

 

Στάθης Ασπιώτης

 

Κάτω από: Test
Hands On Toshiba 40L3433D LED TV
Από georgek@digerati.gr Παρασκευή 13/06/2014
Blog index 32 40l3454 front 2

Η Toshiba είναι από τις εταιρείες με την ευρύτερη γκάμα προϊόντων, με τις τηλεοράσεις της να είναι μοιρασμένες σε πολλές σειρές. Με τον τρόπο αυτό o Ιάπωνας κατασκευαστής καταφέρνει να εξειδικεύσει τα μοντέλα του, βοηθώντας έτσι τον χρήστη να επιλέξει την πλέον κατάλληλη σειρά για αυτόν. Η σειρά L3, στην οποία ανήκει η 40L3433D, την οποία είχαμε στα χέρια μας, είναι φτιαγμένη για να προσφέρει εικόνα Full HD στον χρήστη που είναι διατεθιμένος να κάνει τις μικρότερες υποχωρήσεις σε επίπεδο ευκολιών. Την ίδια στιγμή η σειρά L3 είναι μία προσιτή σειρά απο οικονομική άποψη. Οι ευκολίες που διαθέτει η οικονομική Smart TV της Toshiba ξεκινούν από τον ενσωματωμένο browser, o οποίος μπορεί να χρησιμοποιηθεί για βασική πλοήγηση. Από εκεί και πέρα διαθέσιμες είναι οι ευκολίες του Toshiba Smart TV Cloud, στο οποίο δημοφιλείς ιστότοποι, όπως είναι το όπως είναι οι YouTube, Facebook, κλπ, προσφέρονται μέσω εφαρμογών. Στις δυνατότητες της 40L3433D περιλαμβάνεται, φυσικά, media player για την αναπαραγωγή αρχείων μουσικής και ταινιών από μνήμες flash προσαρμοσμένες στη θύρα USB της συσκευής. Φυσικά, διαθέσιμα για τον χρήστη είναι αρχεία του δικτύου μας (Media Server Function), στο οποίο η οικονομική Toshiba συνδέεται ενσύρματα και μέσω Wi-Fi. Στη διάθεση του χρήστη είναι τρία HDMI.

Παρά το ιδιαίτερα χαμηλό κόστος τηςToshiba 40L3433D, η εικόνας της είναι κάτι περισσότερο από αξιοπρεπής. Σε καμία περίπτωση αυτό που αντικρύσαμε δεν θυμίζει Smart TV με τόσο χαμηλό κόστος. Το όνομα ενός καταξιωμένου -κάθε καταξιωμένου- κατασκευαστή ίσως είναι η εγγύηση για την ποιότητα που θα πάρει ο χρήστης ακόμη και με λίγα χρήματα. Το πάνελ της 40L3433D  παρουσιάζεται ομοιογενές, χωρίς διαρροές φωτός ορατές ακόμη και στα δύσκολα σκοτεινά πλάνα. Η ενασχόληση του χρήστη με τις ρυθμίσεις εικόνας μπορεί να οδηγήσει σε επιδόσεις που δεν αναμένει κανείς σε αυτή την κατηγορία. Οι σκοτεινές σκηνές διαθέτουν καλή περιγραφή, ακόμη και κοντά στο όριο. Στο σημείο αυτό προσοχή πρέπει να δωθεί στη ρύθμιση "HDMI True Black" στα μενού εικόνας, ενώ πέρα από αυτό το σετάρισμα είναι απλή υπόθεση για τον χρήστη που θέλει να βλέπει καλά. Αξίζει να σημείωσουμε ότι, παρά το γεγονός ότι το LED backilight του πάνελ δεν έχει χαρακτηριστικά local dimming, o χρήστης μπορεί να επέμβει στη φωτεινότητα του ανάλογα με το περιβάλλον θέασης (φωτεινό ή σκοτεινό) με τέσσερις ρυθμίσεις Low, Medium, High και Auto. H θέαση ενός ποδοσφαιρικού αγώνα με την Toshiba 40L3433D κατεδεικνύει ότι ο scaler με κίνηση ισοδύναμη με 200Hz (Active Motion & Resolution - AMR+ 200) διαθέτει ομαλή απόκριση και δεν θα κουράσει ποτέ. Το ίδιο ισχύει και κατά τη θέαση ταινιών στα 24p.

Συνολικά, η Toshiba 40L3433D μπορεί να χαρακτηριστεί ως έξυπνη επιλογή για εκείνον που θέλει μία επώνυμη HDTV και ξεκινά την επιλογή του με βάση το κόστος, το οποίο δεν πρέπει να "ξεφεύγει". Ως μέλος της σειράς L3, η 40L3433D δεν θα στερήσει απο τον χρήστη της τις ευκολίες των σύγχρονων Smart TV και ταυτόχρονα θα του προσφέρει εικόνα ισορροπημένη, χωρίς αδυναμίες που θα τον κούραζαν στο βάθος του χρόνου, είτε το θέαμα είναι κινηματογραφικό, είτε ποδοσφαιρικό.

Στάθης Ασπιώτης

 

Κάτω από: Test
Hands On Epson L1800 A3 φωτογραφικός εκτυπωτής
Από georgek@digerati.gr Τετάρτη 11/06/2014
Blog index l1800 up2

Μέγεθος μεγάλο, ποιότητα φωτογραφική και οικονομία στο μέγιστο. Γίνεται;

Ζώντας σε πραγματικό χρόνο τη μετάβαση από τον κόκκο και το φιλμ στον αισθητήρα και τα pixels, η παρουσίαση για εμένα των πρώτων φωτογραφικών εκτυπωτών ήταν δώρο εξ ουρανού. Μπορούσα, πλέον, να τυπώνω όπως ήθελα εγώ, να κροπάρω εκεί που έπρεπε, να είμαι εγώ υπεύθυνος για τα χρώματα των φωτογραφιών μου και όχι το μαγαζί στη γωνία. Με την εκτύπωση στο σπίτι πλέον μπορούσα να μεγεθύνω τις φωτογραφίες μου, να φτιάχνω στη στιγμή και ανά πάσα στιγμή αντίτυπα για τους φίλους μου και να απολαμβάνω το μέγιστο από το αγαπημένο μου χόμπι, την φωτογραφία. Έχοντας πληρώσει πολλά σε εκτυπωτές και πολλά περισσότερα σε αναλώσιμα, κατάλαβα «the hard way», ότι οικονομία μπορούσε να γίνει μόνο με βάση το κόστος χρήσης (αναλώσιμα) και όχι με βάση το κόστος της αρχικής αγοράς του hardware (εκτυπωτή).

Μετά από πολλά χρόνια εκτύπωσης φωτογραφιών στο σπίτι, το ατελές ένστικτο του τελειομανή ερασιτέχνη φωτογράφου είναι ακόμη ανικανοποίητο: Μου λείπει η μεγάλη εκτύπωση Α3 και θέλω να μειώσω το κόστος δραστικά για να μπορώ να τυπώνω ακόμη περισσότερο. Έως πριν λίγο καιρό η αγορά ενός φωτογραφικού εκτυπωτή A3 ήταν αδιανόητη από οικονομική άποψη, ενώ τα αναλώσιμα ούτε λόγος. Ως εκ τούτου, δεν υπήρχε περίπτωση να μη δεχθώ να δοκιμάσω τον Epson L1800. Για να είμαι περισσότερο ακριβής, ζήτησα να τον δοκιμάσω…

Το απαγορευτικά υψηλό κόστος των μελανιών για περιπτώσεις μαζικών εκτυπώσεων όπως η δική μου… είχε φροντίσει ώστε να έχω αρκετά πακέτα φωτογραφικό χαρτί (ναι, Epson) στη βιβλιοθήκη μου, ενώ, επιτέλους, πήγαινα για να προμηθευτώ το πρώτο κουτί Α3. Για μελάνια ούτε καν λόγος, καθώς τα φιαλίδια των 70ml, ένα για κάθε χρώμα του εξάχρωμου L1800, υπόσχονταν ατελείωτη διασκέδαση από μέρους μου. Συνήθως, κατά τις δοκιμές φωτογραφικών εκτυπωτών στο παρελθόν, τα μελάνια δεν αρκούσαν. Στην περίπτωση του L1800 προέβλεπα ότι η εκτύπωση δεν θα τελειώσει ποτέ. Όπως και έγινε.

Η σύνδεση του L1800 με τον υπολογιστή γίνεται μέσω θύρας USB. Θα ήθελα να μπορώ να τον χρησιμοποιώ από οπουδήποτε στο δίκτυο μου, αλλά το κόστος θα ανέβαινε σημαντικά, οπότε το προσπερνώ. Καθώς η εκτύπωση φωτογραφιών θα γινόταν μαζικά, χρειαζόμουν λογισμικό για την εύκολη και γρήγορη διαχείριση τους. Αυτό το λογισμικό παρέχεται από την Epson και δεν είναι άλλο από το Epson Easy Photo Print, γνωστό και από άλλους εκτυπωτές της εταιρείας. Με αυτό η εκτύπωση φωτογραφιών χωρίς περιθώριο είναι εύκολη υπόθεση, ενώ προσφέρει τα βασικά enhancements, όπως και συμβατότητα με το σύστημα Print Image Matching (PIM), με το οποίο ο εκτυπωτής «διαβάζει» τις ρυθμίσεις λήψης και ρυθμίζει κατάλληλα (και αυτόματα) τις παραμέτρους εκτύπωσης.

Ενώ σε έναν εκτυπωτή γραφείου το σημαντικότερο όλων είναι η ταχύτητα (και η αξιοπιστία), στην εκτύπωση φωτογραφιών η ποιότητα του αποτελέσματος είναι καθοριστικής σημασίας. Η Epson δίνει χρόνο εκτύπωσης για μία φωτογραφία Α3 κάτι περισσότερο από 3min για τον L1800, επίδοση που με ικανοποιεί για να τυπώνω στο σπίτι, ενώ το ίδιο πιστεύω ότι θα συμβεί για τον επαγγελματία που τυπώνει ένα διαφημιστικό banner για τη βιτρίνα του, ή τον σχεδιαστή που μεταφέρει στο χαρτί ένα σχέδιο CAD.

To set up του εκτυπωτή είναι απλή υπόθεση και ακόμη απλούστερη είναι η χρήση του. Ο συνολικός έλεγχος του γίνεται από τρία πλήκτρα που βρίσκονται στο επάνω μέρος. Σημείο ενδιαφέροντος για τον χρήστη είναι τα πλαϊνά δοχεία μελάνης που «κλειδώνουν» για τη μεταφορά, ενώ ανανεώνονται με ευκολία με τα μπουκαλάκια «μπιμπερό» που δίνει η Epson για γέμισμα. H όψη, αλλά και η ποιότητα κατασκευής του L1800 είναι βιομηχανικές. Λείπουν από αυτόν τα πολλά κουμπάκια, η οθόνη LCD, το ιδιαίτερο design. «Απλά και αποτελεσματικά» μας λέει η Epson και αυτό θέλουμε.

Κατά τις εκτυπώσεις γίνεται φανερό ότι πρόκειται για κάτι ατελείωτο: Τυπώνεις, τυπώνεις, τυπώνεις και συνεχίζεις να τυπώνεις. Επιτέλους, τύπωσα ελεύθερα, όσες φωτογραφίες ήθελα, χωρίς να αντιληφθώ καν πτώση στη στάθμη των μελανιών. Και αυτό το λέω με πλήρη ικανοποίηση. Αυτό που συμβαίνει συνήθως είναι οι φωτογραφίες, οικογενειακές, με παρέα ή ακόμη και περισσότερο καλλιτεχνικές, να παραμένουν αποθηκευμένες στις μηχανές. Σαν να μην τραβήχτηκαν ποτέ. Με την οικονομία που προσφέρει η εκτύπωση με τον L1800 μπορείς πρακτικά να τυπώνεις όσο θέλεις. Δεν «τιμωρείσαι» για τις εκτυπώσεις σου, αλλά απολαμβάνεις να δεις τις φωτογραφίες σου στο χαρτί, σε διαφορετικά χαρτιά, μπορείς να πειραματιστείς με διαφορετικές εκδοχές τους, να κόψεις, με μεγαλώσεις, να κρεμάσεις. Οι εκτυπώσεις του L1800 είναι άρτιες χρωματικά. Ακόμη και αυτές χωρίς περιθώρια είναι άψογες, παρά τις (σωστά πράττοντας) επισημάνσεις της Epson. Οι δύσκολες ασπρόμαυρες λήψεις αποδίδονται με ουδετερότητα που εκπλήσσει και την ίδια στιγμή επιστρέφει σε σένα τον φωτογράφο και, πιθανό, στους θεατές, τη στιγμή σύλληψης του καρέ. Στον αντίποδα, οι συνθέσεις που βασίζονται στα έντονα κορεσμένα χρώματα μπορούν να αποδοθούν με τρόπο εντυπωσιακό, όπως τους αρμόζει, από το συνδυασμό χρωμάτων και χαρτιών της Epson.

Ο φωτογραφικός εκτυπωτής Α3, Epson L1800, μοιάζει να έχει προέλθει από την επιθυμία του φανατικού φωτογράφου που θέλει –επιτέλους– να τυπώσει τη δουλειά του. Να τυπώσει με τρόπο εύκολο και, κυρίως, με τρόπο οικονομικό. Η μέθοδος των μεγάλων δοχείων αναπλήρωσης της Epson – Ink Tank System– πέρα από φωτογραφική ποιότητα, προσφέρει εκείνη την οικονομία κλίμακας που χρειάζεται ο κάθε επαγγελματίας και ο ερασιτέχνης που θέλουν να τυπώνουν «πολύ» και να τυπώνουν «καλά».

Τιμές: Epson L1800: €665, φιαλίδιο αναπλήρωσης μελάνης (1 χρώμα): €10

 

Στάθης Ασπιώτης

LG G2 Mini Hands On
Από georgek@digerati.gr Τετάρτη 04/06/2014
Blog index lge g2 mini 2 1

Ο βασικότερος προβληματισμός γύρω από το G2 mini δεν είναι άλλος από το όνομα του. Αν αντιμετωπίσει κανείς το G2 mini ως τη μικρότερη σε μέγεθος εκδοχή του G2, τότε είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα απογοητευτεί. Το downgrade των τεχνικών χαρακτηριστικών του mini από την original version του G2 είναι όντως μεγάλη, όπως άλλωστε συμβαίνει, ευτυχώς, και με την τιμή του.
Εμείς θα ακολουθήσουμε έναν διαφορετικό δρόμο προσέγγισης του G2 mini, από τον πεπατημένο που μόλις περιγράψαμε. Οι ομοιότητες του G2 mini είναι περισσότερες με το LG L90, - τα οποία δοκιμάσαμε το ίδιο χρονικό διάστημα- παρά με το G2. Θεωρούμε το mini μια αναβαθμισμένη έκδοση του L90, καθότι μοιράζονται, πρακτικά, τα ίδια βασικά τεχνικά χαρακτηριστικά, όπως είναι η οθόνη, το πακέτο επεξεργαστή-μνήμη, ο αποθηκευτικός χώρος και η κάμερα. Φυσικά και τα δύο χαίρουν των customizations στο interface της LG και του Knock Code, ενώ το G2 mini είναι, επιπλέον, φορέας των πλήκτρων χειρισμού στην «πλάτη», σημείο στο οποίο αξίζει να σταθούμε περισσότερο. Ο λόγος είναι η ευκολία που προσφέρουν τα 3-σε-1 πλήκτρα που συνέστησε η LG. Είναι δε τόσο μεγάλη που πιστεύουμε ότι… πρέπει να επιβληθούν δια νόμου (αστιευόμαστε) σε όλα τα κινητά τηλέφωνα: Είναι η φυσική προέκταση των δακτύλων του χρήστη, τα οποία υποχρεωτικά βρίσκονται στο πίσω μέρος του τηλεφώνου κατά τη χρήση, παρά κάπου αλλού – σίγουρα όχι στην περιφέρεια της συσκευής, στην οποία βρίσκεται, εκ των πραγμάτων, η παλάμη. Η σχεδιαστικές και κατασκευαστικές ομοιότητες του G2 mini με το L90, όπως επίσης και οι επιδόσεις των επιμέρους συστημάτων –όπως, για παράδειγμα της κύριας κάμερας των 8Mpixel­­­­­– είναι τόσο μεγάλες, που αν επεκτεινόμασταν περισσότερο στην ουσία θα επαναλαμβάναμε το hands-on του L90.
Για το λόγο αυτό θα επικεντρωθούμε στις βασικότερες διαφορές τους, οι οποίες εντοπίζονται στη χαμηλότερη φωτεινότητα της οθόνης του G2 mini, η οποία δεν θα νιώσει άνετα κάτω από έντονο εξωτερικό φωτισμό, όπως και στην χαμηλότερη στάθμη του ακουστικού το οποίο σε θορυβώδες περιβάλλον και ανάλογα με την ποιότητα του μικροφώνου της συσκευής του συνομιλητή μας, ίσως μας δυσκολέψει. Από την άλλη μεριά, η ταχύτητα δικτύου 4G που υποστηρίζει το G2 mini, το καθιστά ακόμη πιο γρήγορο και ευχάριστο σε απόκριση από τον ανεπίσημο αδελφό (και ανταγωνιστή του), το L90. Τέλος, ένα από τα σημαντικότερα επιχειρήματα που έχει στη διάθεση του το G2 mini είναι η τεράστια αυτονομία που προσφέρει η μπαταρία του. Στα χέρια μας, με κανονική χρήση και λελογισμένη συνδεσιμότητα 4G, έμεινε σε λειτουργία για 3 ημέρες.  

Η βαθμολογία μας υπάρχει στη σελίδα του προϊόντος

 

Στάθης Ασπιώτης

 

 

Κάτω από: Test

Κατηγορίες

Εγγραφή στο Newsletter

Βρείτε μας

Περισσότερα