Πίσω στο DIGI1.gr
Κατηγορία: Test
Vero W10i Hands On Review
Από georgek@digerati.gr Τρίτη 25/11/2014
Blog index vero front

Ένας από τους λόγους για τους οποίους η Microsoft έχει τόσο χαμηλό μερίδιο αγοράς στα tablets (μόλις 4% κατ’ εκτίμηση για το 2014) είναι το κόστος άδειας των Windows που πρέπει να καταβάλουν οι κατασκευαστές. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, το Android να είναι μονόδρομος για συσκευές χαμηλού κόστους.

Βλέποντας ευκαιρίες να χάνονται, η Microsoft αποφάσισε να κάνει αυτό που θα φαινόταν αδιανόητο: Να δώσει δωρεάν τα Windows σε κατασκευαστές tablets και smartphones. Φυσικά, επειδή η Microsoft είναι η Microsoft έπρεπε να δημιουργήσει μια μικρή σύγχηση γύρω από αυτό, αλλάζοντας την ονομασία των Windows σε «Windows 8.1 with Bing». Επειδή το W10i έρχεται με αυτή την έκδοση Windows και ενδεχομένως κάποιοι από εσάς θυμούνται την πετσοκομμένη έκδοση των Windows 7 που ερχόταν με κάποια laptop, αξίζει να κλέψουμε μερικές γραμμές από το review για να εξηγήσουμε τι ακριβώς είναι τα Windows 8.1 with Bing και που επηρεάζουν τον αγοραστή μιας συσκευής.

Η σύντομη απάντηση είναι: Πουθενά! Τα Windows που θα πάρετε μαζί με το W10i είναι τα ίδια Windows για τα οποία θα πληρώνατε περί τα 100 ευρώ, εάν θέλατε να τα αγοράσετε για τον υπολογιστή σας. Η μόνη διαφορά που έχει αυτή η έκδοση των Windows 8.1 σε σχέση με άλλες, είναι ότι ο κατασκευαστής της συσκευής δεν μπορεί να αλλάξει την προεπιλεγμένη μηχανή αναζήτησης του Internet Explorer και πρέπει υποχρεωτικά να σας την πουλήσει με το Bing ως προεπιλογή. Αυτό δεν εμποδίζει τον αγοραστή να αλλάξει την μηχανή αναζήτησης ή να εγκαταστήσει και να χρησιμοποιεί κάποιο άλλο πρόγραμμα περιήγησης, όπως τον Firefox ή τον Chrome.

Η Oktabit, εκμεταλλευόμενη αυτή την απόφαση της Microsoft, διαθέτει στην ελληνική αγορά δύο tablets, το W8i και το W10i – στις οκτώ και δέκα ίντσες αντίστοιχα. Εμείς, έχοντας στα χέρια μας το W10i, μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας.

 

Σχεδιασμός – Ποιότητα Κατασκευής – Οθόνη

Το W10i έχει λιτή σχεδίαση, ένα απλό ορθογώνιο σασί με στρογγυλεμένες γωνίες. Καλή εντύπωση μας έκανε η λαστιχένια επίστρωση στην πίσω πλευρά που προσφέρει πολύ πιο σταθερό κράτημα από μοντέλα άλλων κατασκευαστών αλλά λερώνεται έυκολα. Παρόλα αυτά, το βάρος του (ζυγίζει 690 γραμμάρια), το καθιστά μάλλον κουραστικό για παρατεταμένη χρήση. Άλλο ένα σημείο που μας προβλημάτισε, ήταν η θέση στην οποία βρίσκονται τα ηχεία. Κρατώντας τη συσκευή σε οριζόντια θέση και με τα δύο χέρια, τα ηχεία σκεπάζονται με αποτέλεσμα να παραμορφώνεται ο ήχος.  Όταν δεν εμποδίζονται, τα ενσωματωμένα ηχεία δίνουν ένα πολύ καλό αποτέλεσμα, με αρκετή ένταση και καθαρότητα.

Η οθόνη έχει διαγώνιο 10,1 ίντσες, ανάλυση 1280x800 pixels και υποστηρίζει multitouch. Έχει αρκετά καλή ευκρίνεια, εντυπωσιακή (για το κόστος του W10i) απόδοση χρωμάτων και μεγάλη γωνία θέασης. Όπως όλες οι φθηνές οθόνες όμως, υποφέρει από υπερβολική γυαλάδα, με αποτέλεσμα να γίνεται δύσκολη η χρήση της συσκευής όταν πέφτει φως πάνω της.

 

Επεξεργαστής – Μνήμη – Επιδόσεις

Ο επεξεργαστής του W10i είναι ο Intel Atom Z3735F και είναι χρονισμένος στα 1.33 GHz, ενώ με το Burst Technology της Intel, μπορεί να ανεβάσει τη συχνότητά του στα 1.83 GHz (αυτό σημαίνει όταν βλέπετε σε τεχνικά χαρακτηριστικά ενός επεξεργαστή να αναφέρεται για παράδειγμα το up to 1.83 GHz). Η  RAM της συσκευής είναι 2 GB DDR3 ενώ ο αποθηκευτικός της χώρος είναι 32 GB (από τα οποία θα έχετε τα μισά περίπου διαθέσιμα).

Με αυτά τα χαρακτηριστικά δεν περιμένει κανείς ότι θα μπορεί να τρέχει βαριά προγράμματα επεξεργασίας εικόνας ή video, αλλά τόσο σε παιχνίδια που δοκιμάσαμε από το Microsoft Store όσο και σε εφαρμογές γραφείου, δεν αντιμετωπίσαμε κάποια καθυστέρηση ή άλλο πρόβλημα.

 

Κάμερα – Συνδεσιμότητα – Μπαταρία

Το W10i διαθέτει δύο κάμερες, μία μπροστά και μία πίσω, και οι δύο στα 2 MP. Και οι δύο, τα πάνε πολύ μέτρια σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού, ενώ ακόμα και σε δωμάτιο με επαρκή φωτισμό οι φωτογραφίες και το video που βγάλαμε είχαν έντονο κόκκο. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορείτε να κάνετε άνετα μια βιντεοκλήση, αλλά μη βιαστείτε να βγάλετε τη φωτογραφική σας μηχανή σε αχρηστία.

Σε περίπτωση που ο διαθέσιμος αποθηκευτικός χώρος δεν σας αρκεί, μπορείτε να τον επεκτείνετε με μια microSD κάρτα και αν διαλέξετε να το κάνετε αυτό, θα παρατηρήσετε ότι δίπλα στην υποδοχή της microSD υπάρχει και άλλη μία που δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται για κάτι. Πιθανότατα από το ίδιο καλούπι φτιάχνονται και σασί για άλλες συσκευές με υποδοχή για κάρτα 3G. Ένα από τα μεγαλύτερα προτερήματα του W10i είναι ότι διαθέτει μια κανονική θύρα USB 2.0, κάτι που σημαίνει ότι ακόμα κι αν ξεχάσετε τον micro USB αντάπτορα, δεν θα έχετε πρόβλημα να συνδέσετε ένα φλασάκι ή μια άλλη USB συσκευή. Στα πλαϊνά του W10i, θα βρείτε ακόμα μια θύρα HDMI, μια θύρα micro USB και μια είσοδο για ακουστικά.

Στις αδυναμίες του W10i θα πρέπει να προσθέσουμε και το γεγονός ότι για την φόρτισή του απαιτείται ο δικός του φορτιστής και δεν μπορεί να φορτίσει από την θύρα micro USB. Εκτός από το γεγονός ότι δεν μπορείτε να χρησιμοποιήσετε έναν φορτιστή για να φορτίσετε και το τηλέφωνο και το tablet σας, αυτό θα αποδειχτεί αρκετά προβληματικό σε περίπτωση που ο φορτιστής του W10i χαθεί ή χαλάσει. Ευτυχώς που η μπαταρία του είναι χωρητικότητας 7000 mAh και κρατάει αρκετή ώρα πριν χρειαστεί να το φορτίσετε.

Τέλος, στην κάτω μεριά της συσκευής, υπάρχει μια υποδοχή που προορίζεται για dock ή για πληκτρολόγιο, το οποίο όμως δεν είναι ακόμα διαθέσιμο στην αγορά.

 

Συμπέρασμα

Με λίγο κάτω από τα 200 ευρώ, το W10i είναι η φθηνότερη πρόταση για Windows tablet στις δέκα ίντσες. Σε αυτή τη διάσταση, με μια θήκη με πληκτρολόγιο (ή με το δικό του dock όταν το φέρει η Oktabit) μπορεί κανείς να το χρησιμοποιήσει άνετα και ως netbook για πιο απαιτητικές εργασίες. 

To Vero W10i για τις ανάγκες της παρουσίασης μας το διέθεσε η Oktabit.

Η αναλυτική βαθμολογία του Vero W10i

 

Κώστας Λαμπρόπουλος

 

Κάτω από: Test
Samsung Galaxy K Zoom Hands-On
Από staspiotis@gmail.com Πέμπτη 23/10/2014
Blog index galaxy k zoom charcoal black 800

To φωτογραφικό smartphone

Το βασικό χαρακτηριστικό και πλεονέκτημα του Galaxy K Zoom είναι ότι ο χρήστης το έχει πάντοτε μαζί του, μια και πρόκειται για το τηλέφωνό του! Έτσι, η Samsung δημιούργησε το κατεξοχήν φωτογραφικό smartphone. Στο εξελισσόμενο τεχνολογικό περιβάλλον, το οποίο θέτει την ισχύ των smartphones στην υπηρεσία του χρήστη, ο οποίος ζητάει καλύτερες φωτογραφίες, η Samsung κάνει τις δικές της προτάσεις, μεταξύ των οποίων, κατά τη γνώμη μου, περίοπτη θέση αξίζει να έχει το SM-C115, κατά κόσμον Galaxy K Zoom, ένα «έξυπνο» τηλέφωνο στο οποίο μάλλον αδίκως δεν έχει δοθεί η δέουσα προσοχή.

Το Galaxy K Zoom, εκτός από προηγμένο τηλέφωνο με λειτουργικό Android 4.4.4 (default), είναι μία φωτογραφική μηχανή με καθόλου ευκαταφρόνητα τεχνικά χαρακτηριστικά. Ο αισθητήρας είναι CMOS 20,7Mpixel, 1/2,3’’, αλλά το highlight της δεν βρίσκεται εδώ. Ο αισθητήρας εικόνας συνοδεύεται από φακό με x10 zoom της Samsung με f3,1-6,3 και οπτική σταθεροποίηση, ενώ οι εστιακές αποστάσεις που καλύπτει ξεκινούν από τον ευρυγώνιο 24mm και καταλήγουν στα 240mm (ισοδύναμα σε film 35mm). To σύστημα της κάμερας συνεπικουρείται από φλας τύπου Xenon, το οποίο υπερτερεί σε ισχύ των συμβατικών LED, τα οποία κατά κανόνα συναντάμε στα smartphones. Τα LED βοηθούν κατά τη λήψη video όταν τα θέματα είναι κοντινά, αλλά η ποιοτικότερη επιλογή από φωτογραφική άποψη είναι το flash. Η προδιαγραφή του video HD είναι 1080p. To καδράρισμα των φωτογραφιών γίνεται στην οθόνη Super AMOLED 4,8’’ που διαθέτει το Galaxy K Zoom – άλλο ένα σημείο υπεροχής έναντι των  άλλων φωτογραφικών smartphones αλλά και των φωτογραφικών μηχανών. Η ποιότητα της οθόνης του Galaxy Κ Zoom δείχνει πόσο φτωχές είναι οι οθόνες LCD των dedicated καμερών, οι οποίες θα πρέπει να ενσωματώσουν τέτοιες οθόνες αν θέλουν να μείνουν στο παιχνίδι μεσοπρόθεσμα. Ο χρήστης έχει στη διάθεσή του ψηφιακό zoom x2, το οποίο λειτουργεί πολύ ικανοποιητικά, όπως και ευκολίες που προέρχονται από τις σοβαρότερες υλοποιήσεις μηχανών λήψης, όπως είναι οι λειτουργίες touch spot focus και touch spot metering. Το Galaxy K Zoom υπερτερεί του ανταγωνισμού, καθώς συνδυάζει τις παραπάνω λειτουργίες με το ισχυρό οπτικό zoom του φακού προς όφελος του χρήστη.

Το τηλέφωνο

Η Samsung πριν από τη φωτογραφική μηχανή σχεδίασε ένα smartphone, με την έννοια ότι στην περίπτωση του Galaxy K Zoom η κάμερα ενσωματώθηκε στο smartphone και όχι το αντίθετο. Αυτό είναι αναμενόμενο και λογικό, καθώς το expertise της Samsung σε αυτόν τον τομέα είναι από τα μεγαλύτερα παγκοσμίως. Έτσι, το Galaxy K Zoom είναι ένα πολύ γρήγορο, εύκολο στη χρήση τηλέφωνο, βασισμένο εν πολλοίς στα λειτουργικά πρότυπα του Galaxy S5, με αυτονομία σχεδόν μιας ημέρας, αν και αν ενεργοποιήσετε το power saving, αντεπεξέρχεται για περισσότερο χρόνο. Στο σημείο αυτό να σημειώσω ότι η χρήση του K Zoom από μέρους μου ως φωτογραφική μηχανή ήταν εντατική, οπότε ο χρόνος αυτονομίας της μιας ημέρας είναι υπό τις αυστηρότερες συνθήκες.

Αναμφισβήτητα, το K Zoom είναι ένα smartphone που τραβάει την προσοχή. Αν το «neo classic design» της Samsung δεν σας αρκεί ως επιχείρημα, τότε λάβετε υπόψη ότι ο φακός που ενσωματώνεται δεν περνάει απαρατήρητος. Ως φωτογραφική μηχανή, το K Zoom είναι αρκετά λεπτό (2,2cm), αλλά ως smartphone αρκετά παχύ. Η καμπυλωτή πίσω όψη και το υλικό της συμβάλλουν ώστε το K Zoom να γλιστρά εύκολα στο εσωτερικό και του πλέον εφαρμοστού παντελονιού. Βέβαια, το τίμημα της μηδενικής σχεδόν πρόσφυσης της πίσω όψης είναι ότι το K Zoom γλιστρά πολύ συχνά από τα χέρια. Τα… ακούσια τεστ αντοχής που διεξήγαγα με αυτόν τον τρόπο επιβεβαιώνουν ότι το K Zoom είναι ένα πολύ γερό τηλέφωνο - φωτογραφική μηχανή. Δεν με προβλημάτισε το μεγάλο σχετικά βάρος του, το οποίο δικαιολογείται από τον φακό του, αλλά είναι μικρότερο από εκείνο που θα είχαν δύο ξεχωριστές συσκευές, ένα smartphone και μία αντιστοίχων προδιαγραφών κάμερα.

Η κάμερα

H φωτογραφική λειτουργία του Galaxy K Zoom είναι υπέρ το δέον ικανοποιητική, με βάση τις δυνατότητες που προσφέρουν τα συμβατικά smartphones, ενώ ξεπερνά σε επιδόσεις, δυνατότητες και ευκολίες σχεδόν κάθε compact pocket κάμερα χαμηλού και μεσαίου κόστους. Η αυτόματη λειτουργία είναι πολύ καλή –όχι άριστη–, ενώ ο χρήστης έχει στη διάθεσή του αρκετές αυτόματες ρυθμίσεις, οι οποίες είναι τόσο αποτελεσματικές, όσο επιτρέπει το «περιτύλιγμα φιλικότητας» μέσω του οποίου προσφέρονται. Θα προτιμούσα οι advanced λειτουργίες ενός advanced φωτογραφικού smartphone να είναι δοσμένες με πιο ευθύ τρόπο, κατάλληλες για χρήση από τους πιο advanced χρήστες. Σε κάθε περίπτωση –και αυτό το τονίζω– η χρηστικότητα του K Zoom ως κάμερας είναι ασύγκριτα καλύτερη από το σύνολο των συμβατικών καμερών που απαντούν ακόμη και στα πλέον προηγμένα smartphones.

Η επάρκεια του K Zoom ως σοβαρής φωτογραφικής μηχανής διαπιστώνεται στις λήψεις του, οι οποίες επιδεικνύουν μικρές μόνο ατέλειες οι οποίες εντοπίζονται, κυρίως, συγκριτικά με φωτογραφικές μηχανές στην ίδια ή λίγο χαμηλότερη κατηγορία κόστους. Έτσι, σε ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες με μεικτό φωτισμό, τα αποτελέσματα της αυτόματης ισορροπίας του λευκού δεν είναι σταθερά, αλλά μπορεί να ποικίλλουν. Πρέπει βέβαια να διευκρινίσω ότι αυτό μπορεί να παρατηρηθεί και σε dedicated φωτογραφικές μηχανές. Εξάλλου, σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες λήψης, η χειροκίνητη ρύθμιση θα δώσει λύση. Η σημαντικότερη αναβάθμιση που μπορεί να κάνει η Samsung στο K Zoom, η οποία θα εκτοξεύσει την ποιότητα των φωτογραφιών του υπό δύσκολες συνθήκες, είναι είτε να αφαιρέσει το προστατευτικό γυαλί μπροστά από το φακό είτε να χρησιμοποιήσει κάποιο με ειδική επίστρωση. Έτσι στις εξεζητημένες λήψεις του προχωρημένου χρήστη –για τον οποίο εξάλλου προορίζεται το K Zoom– στις οποίες οι φωτισμοί δεν προέρχονται από βέλτιστες κατευθύνσεις, δεν θα εμφανίζονται είδωλα στις εικόνες, ενώ, εν γένει, θα αυξηθεί η οξύτητά τους. Υπό κανονικές συνθήκες, οι χρωματικές εκτροπές του φακού είναι μικρές και δεν θα ενοχλήσουν. Τα χρώματα παραμένουν αρκετά ζωηρά σε μεγάλο εύρος φωτιστικών συνθηκών, ενώ ο κορεσμός θα αρχίσει να μειώνεται όταν το φως πέσει πολύ και με ευαισθησία τουλάχιστο ISO800. Το σύστημα φακού-αισθητήρα αποδίδει το βάθος πεδίου και υποστηρίζει την αποεστίαση του background σε ικανό βαθμό, επιτρέποντας με αυτόν τον τρόπο τη δημιουργία σχετικών εφέ.

Σε ό,τι αφορά την εργονομική ποιότητα του K Zoom ως κάμερα, θα σημειώσουμε ότι βρίσκεται σε πολύ καλά επίπεδα, με δεδομένο ότι δεν υπάρχουν πλήκτρα στη διάθεση του χρήστη, όπως θα συνέβαινε σε μία κανονική φωτογραφική μηχανή με φακό zoom. Η Samsung έχει αντιπαρέλθει αυτόν τον περιορισμό με αρκετά έξυπνη διαμόρφωση των μενού. Είναι σαφές ότι στον τομέα έχει γίνει περισσότερη δουλειά από ό,τι στα συμβατικά smartphones. Με τη σειρά μας να προτείνουμε τη δυνατότητα απενεργοποίησης του πλήκτρου «back», αν το επιθυμεί ο χρήστης, καθώς αυτό τείνει να ενεργοποιείται ακούσια από τον αντίχειρα κατά τη λήψη. Επίσης, προτείνουμε την ενσωμάτωση μικρής λαβής για τη σταθεροποίηση κατά τη λήψη με κατάλληλη διαμόρφωση της πίσω όψης. Στα θετικά συγκαταλλέγεται η δυνατότητα δημιουργίας watermark, χρήσιμη, για παράδειγμα, στην περίπτωση upload φωτογραφιών σε social media.

Ένα πρωτοποριακό smartphone

Συνοψίζοντας, το Galaxy K Zoom είναι μία πρωτοποριακή συσκευή, ένα πρωτοποριακό smartphone. H Samsung με αυτή την κίνησή της καταφέρνει να δώσει την πιο κατάλληλη λύση έως σήμερα στην απαίτηση λήψης ικανοποιητικών φωτογραφιών με smartphone, καθώς το K Zoom διαθέτει έναν καλό και με διαφορά τον πλέον χρηστικό ενσωματωμένο φακό στις συσκευές του είδους. Την ίδια στιγμή, το Samsung Galaxy K Zoom... είναι η μηχανή εκείνη που θα ήθελε όσο τίποτε άλλο να διαθέτει στην προθήκη του ένα κατάστημα φωτογραφικών ειδών, μία κάμερα με πλήρεις δυνατότητες ενός καλού smartphone. Μία τέτοια κίνηση οι χρήστες και οι άνθρωποι της αγοράς την περιμέναμε εδώ και χρόνια από έναν παραδοσιακό κατασκευαστή φωτογραφικών μηχανών. Το ολοκληρωμένο φωτογραφικό smartphone τελικά ήρθε από τη Samsung, η οποία αξίζει τα εύσημα όχι μόνο για τις επιδόσεις του K Zoom, αλλά, κυρίως, για την τόλμη της να καινοτομήσει στον τομέα.

Εδώ μπορείτε να δείτε βαθμολογίες και τεχνικά χαρακτηριστικά για το Samsung Galaxy K Zoom.

Στάθης Ασπιώτης

Κάτω από: Test
Tags: Samsung
Sony Χperia T3 Hands-On
Από staspiotis@gmail.com Δευτέρα 20/10/2014
Blog index sony t3 800

Big Screen Phone

Το Xperia T3 είναι ένα smartphone το οποίο εντυπωσιάζει με τη μεγάλη οθόνη 5,3’’ και το πολύ λεπτό πλαίσιο. Η επιφάνεια στην πίσω όψη του είναι πλαστικοποιημένη και φέρει ανάγλυφο το λογότυπο της εταιρείας στο μέσο. Στην περιφέρεια, το μεταλλικό πλαίσιο με τις στρογγυλεμένες ακμές –σήμα κατατεθέν της Sony πριν το χρησιμοποιήσει η Apple στο iPhone 6– εμφανίζεται τροποποιημένο, με επιφάνεια η οποία λειτουργεί ανακλαστικά. Τα στοιχεία αυτά δίνουν έναν τόνο πολυτέλειας στο T3. Σίγουρα δεν θα περάσετε απαρατήρητοι αν έχετε το Τ3 στα χέρια σας, αλλά η εμπειρία της χρήσης που προσφέρει δεν περιορίζεται στο να αρέσει στους άλλους. Το Xperia T3 ενσωματώνεται εύκολα στην καθημερινή δραστηριότητα εκείνου που κινείται εντός, κυρίως, αλλά και εκτός γραφείου, καθώς παρά το μεγάλο του μέγεθος μπορεί εύκολα να μπαίνει σε τσέπες. Επίσης, μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι παρά το πολύ μικρό του πάχος… δεν λυγίζει, καθώς η κατασκευή του –το σασί είναι από ατσάλι­– είναι ιδιαίτερα γερή. Εξάλλου, η πλαστικοποιημένη επιφάνεια της πίσω όψης, αλλά και οι τροποποιημένες ακμές στα πλάγια της συσκευής, οι οποίες δίνουν λαβή για τα δάκτυλα, είναι σημεία τα οποία βοηθούν στο σταθερό κράτημα του Xperia T3.

Ποία είναι όμως η κεντρική ιδέα πίσω από το Τ3; Γιατί η Sony το κατασκεύασε και γιατί κάποιος να το αποκτήσει εν μέσω πληθώρας επιλογών σε αυτή την κατηγορία τιμής;  Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα είναι συνδυασμός περισσότερων του ενός χαρακτηριστικών του T3, επίκεντρο των όποιων είναι η οθόνη του. Με δεδομένο την άριστη ποιότητα κατασκευής και το μεταλλικό σασί θα επικεντρωθούμε στα λειτουργικά χαρακτηριστικά. Η Sony στο Τ3 έχει χρησιμοποιήσει την τεχνολογία που έχει αναπτύξει επί μακρόν κατά την υλοποίηση των τηλεοράσεων της. Στο T3 συναντάμε τις τεχνολογίες Triluminos Display στην έκδοση για φορητές συσκευές, όπως και την αντίστοιχη «φορητή» έκδοση του Bravia Engine 2. Οι τεχνολογίες αυτές συνδυάζονται στο IPS LCD πάνελ του T3, το οποίο έχει ανάλυση 720p. Αυτό που μπορώ να πω για την οθόνη του T3 είναι ότι καταφέρνει και προσαρμόζει την προβολή της στο περιεχόμενο που προβάλλει σε βαθμό που δεν συναντά κανείς σε άλλα smartphone μη υψηλού κόστους. Το T3 έχει να επιδείξει άριστες επιδόσεις στο text rendering κάνοντας την ανάγνωση ιδιαίτερα ξεκούραστη. Στον τομέα το Xperia T3 είναι το περισσότερο ξεκούραστο και βολικό τηλέφωνο που έχω χρησιμοποιήσει. Επιπλέον, η οθόνη του μπορεί και προσαρμόζεται αυτόματα με ιδιαίτερη επιτυχία σε ένα ιδιαίτερα μεγάλο εύρος φωτιστικών συνθηκών του περιβάλλοντος, από τον έντονο εξωτερικό φωτισμό έως το ημίφως. Λόγω του μεγάλου μεγέθους, της ανάλυσης και της ποιότητας της απεικόνισης που προσφέρει, το T3 με ευκολία αντικαθιστά ένα tablet λίγο μεγαλύτερο από αυτό σε ό,τι αφορά την ανάγνωση και το internet surfing. Σε ό,τι αφορά τις διασυνδέσεις Wi-Fi και LTE το T3 δεν προβληματίζει σε κανένα σημείο.

Η ταχύτητα του είναι ικανοποιητική και ανταπεξέρχεται με ευκολία στις καθημερινές απαιτήσεις ενός πολυάσχολου χρήστη, οποίος κινείται σε περιβάλλον γραφείου, παρακολουθεί multimedia, διαβάζει και σερφάρει πολύ. Η μπαταρία του Τ3 διαρκεί περίπου μία ημέρα. Στην περίπτωση που χρειάζεται να παρατείνετε τη διάρκεια ζωής της μπαταρίας του, το Stamina mode της Sony εξασφαλίζει σχεδόν με βεβαιότητα ότι θα έχετε το τηλέφωνο σας σε λειτουργία έως το βράδυ, ή ακόμη και έως το επόμενο πρωί, κατά το ξύπνημα. Αν ζητούσαμε κάτι από το T3 στο τομέα αυτό θα ήταν η ταχύτερη φόρτιση, κυρίως για ψυχολογικούς λόγους, καθώς η αυτονομία του υπό κανονική χρήση είναι σχεδόν εξασφαλισμένη στα πλαίσια που περιγράψαμε.

Σε ό,τι αφορά την κάμερα του T3, η ανάλυση της είναι τυπική (8Mpixel), αλλά η ποιότητα των φωτογραφιών που δίνει είναι άνω του μέσω όρου, χρωματικά τουλάχιστο. Το ίδιο ισχύει για τις επιδόσεις σε λήψεις με χαμηλό φωτισμό. Πάντως, στην περίπτωση αυτή ο κόκκος και ο θόρυβος θα εμφανιστούν με τρόπο διακριτικό. Η κάμερα είναι εξοπλισμένη με πολλαπλά αυτόματα mode και scenes λήψης με στόχο την απλοποίηση της χρήσης και τη βελτιστοποίηση των αποτελεσμάτων. Επιπλέον, με την ποιοτική απεικόνιση που προσφέρει η οθόνη μπορείτε να δείτε πολύ καλές εικόνες από το T3, το οποίο αντικαθιστά με σχετική επιτυχία μία αυτόματη pocket μηχανή. Δεν σας κρύβω ότι πολύ θα ήθελα να είχα στη διάθεση μου περισσότερο χειροκίνητο έλεγχο κατά τη λήψη, αλλά καταλαβαίνω ότι στον τομέα ανήκω μάλλον στις εξαιρέσεις… H λήψη video HD (1080p) είναι ικανοποιητική σε ό,τι αφορά την απεικόνιση, ακόμη και σε δύσκολες φωτιστικές συνθήκες. Από τις δοκιμές μας προκύπτει ότι κατά τη λήψη θα πρέπει να τερματίσετε όσο το δυνατό περισσότερες εφαρμογές, καθώς ο επεξεργαστής (τετραπύρηνος Snapdragon 1,4 GHz) έρχεται στα όρια του με αποτέλεσμα να χάνονται καρέ.

Συνολικά, το Xperia T3 της Sony διαθέτει όμορφη παρουσία και ικανοποιητικά τεχνικά χαρακτηριστικά. Στη μέση κατηγορία τιμής όπου ανήκει ξεχωρίζει για την άριστη ποιότητα της κατασκευής του με το ατσάλινο σασί και για τη μεγάλη και καλή οθόνη του, η οποία είναι από τις πλέον ευπροσάρμοστες και ξεκούραστες που συναντάμε ανεξαρτήτως τιμής.

Εδώ μπορείτε να δείτε βαθμολογίες και τιμές για το T3.

Στάθης Ασπιώτης

Κάτω από: Test
Tags: Sony Xperia
Sony KD-65X9005B Hands-On
Από staspiotis@gmail.com Τρίτη 30/09/2014
Blog index kd 65x9005b 800

Προσπερνώντας την ανάλυση 4Κ

Αυτήν τη στιγμή, παρά την απουσία official περιεχομένου 4K, μια κατάσταση που εκτιμούμε ότι σύντομα θα αρχίσει να αντιστρέφεται, ο υποψήφιος αγοραστής μιας καλής τηλεόρασης σχεδόν υποχρεωτικά θα στραφεί προς την απόκτηση μιας 4K UHD TV, μιας καλής 4K UHD TV. Ένας δρόμος αναζήτησης που μπορεί να ξεκινά από αλλού, αλλά πολύ πιθανό να τελειώνει στην 65Χ9005Β, η οποία θέτει υποψηφιότητα να είναι μία από τις καλύτερες του είδους σήμερα. Υπάρχουν πάρα πολλοί λόγοι γι’ αυτό και ξεπερνούν την αυξημένη ανάλυση που προσφέρει η προδιαγραφή της 4Κ UHD TV. Εδώ θα ασχοληθούμε μαζί τους.

O ήχος και η σχεδίαση

Η 65Χ9005Β είναι μία τηλεόραση σχεδιασμένη με τέτοιο τρόπο, ώστε να διαφέρει. Είναι προφανές ότι η Sony είδε ως ευκαιρία την έλευση της τεχνολογίας 4Κ, προκειμένου να προηγηθεί τεχνολογικά από τις υπόλοιπες εταιρείες που κατασκευάζουν τηλεοράσεις. Η KD-65X9005B είναι μία UHD TV που ξεχωρίζει ανάμεσα στις υπόλοιπες λόγω της σχεδίασής της. Από την 65X9005B απουσιάζει η κλασική κεντρική στήριξη σε έναν άξονα με βάση ή με πόδια, τρόπος στήριξης που εκ των πραγμάτων σημαίνει κατάληψη μεγαλύτερης επιφάνειας στο έπιπλο μας. Φυσικά, η κεντρική στήριξη έχει το χαρακτηριστικό ότι αναδεικνύει τις ιδιαίτερα λεπτές σχεδιάσεις, κάτι που δεν φαίνεται να απασχολεί ιδιαίτερα τη Sony. Επιπλέον, η έλευση των καμπύλων τηλεοράσεων δείχνει ότι η «λεπτή σχεδίαση» δεν απασχολεί πλέον κανέναν από τους κατασκευαστές, τουλάχιστον ως βασικό εργαλείο σε επίπεδο marketing. Η 65X9005B ακολουθεί τις γραμμές της σχεδίασης Wedge, η οποία συνδυάζει ευθείες, παράλληλες και μη, με καμπύλες σε ασημί και μαύρο χρώμα, για να δώσει μία TV με ικανό μέγεθος. Προσωπικά, βρίσκω αυτήν τη σχεδίαση ελκυστική και πρωτότυπη, αλλά ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός ότι, αντίθετα από ό,τι συμβαίνει στις περιπτώσεις «εκλέπτυνσης», συμβάλλει θετικά στην απόδοσή της. Οι χώροι που δημιουργούνται on board με αυτή τη σχεδίαση επιτρέπουν στη Sony να ενσωματώσει στην 65X9005B ένα εξαιρετικής ποιότητας ηχητικό σύστημα, το καλύτερο που έχω ακούσει ποτέ ενσωματωμένο σε TV, ακόμη και από την εποχή των θηρίων CRT. Είναι βέβαιο, με τα μέχρι τώρα δεδομένα, ότι για να πάρετε καλύτερο ήχο από μια τηλεόραση, θα πρέπει να στραφείτε στην ενεργοποίηση του κεντρικού ηχητικού σας συστήματος (με κόστος μερικές χιλιάδες ευρώ, εννοείται). Ακόμη και η χρήση μιας πολύ καλής ηχομπάρας είναι σχεδόν δεδομένο ότι δεν θα οδηγήσει σε καλύτερες επιδόσεις από αυτές της 65X9005B. Εξάλλου, για να φύγουν οι δεύτερες σκέψεις από τους φανατικούς της ηχητικής πιστότητας, η Sony προτείνει ασύρματο υπογούφερ βελτιστοποιημένο να συνεργάζεται με τη συγκεκριμένη ηχητική αρχιτεκτονική που συναντάμε στην 65X9005B, το SWF-BR100. To σύστημα των ηχείων της τηλεόρασης είναι stereo, ενώ σε επίπεδο software μπορεί να διαχειριστεί πολυκάναλο ήχο 5.1. Η αρχιτεκτονική των ηχείων είναι δύο δρόμων και συνοδεύονται από ενσωματωμένα υπογούφερ (ένα ανά κανάλι), τύπου ανάκλασης των χαμηλών, τα οποία βρίσκονται σε δικό τους ξεχωριστό θάλαμο, με την οπή στο πίσω μέρος της τηλεόρασης. Η ποιότητα των μεγαφώνων που χρησιμοποιούνται είναι εντελώς ασυνήθιστη για αυτή την κατηγορία των συσκευών, με ισχυρά μαγνητικά συστήματα, τα οποία να κάνουν χρήση μαγνητικού υγρού. Οι κώνοι των mid-woofer και των woofer είναι κατασκευασμένοι από ίνες γυαλιού, με δομή και ενίσχυση mica, ενώ δεν διαθέτουν ξεχωριστό διάφραγμα. Στο ίδιο πνεύμα υψηλής πιστότητας στην αναπαραγωγή, το τουίτερ είναι θόλου. Η απόδοση ισχύος του συστήματος είναι, σύμφωνα με τη Sony, 65W (για τα δύο κανάλια). Η απόδοση του ενσωματωμένου ηχητικού συστήματος στη Sony KD-65X9005B κάνει ολοκληρωμένα ηχητικά συστήματα να ντρέπονται για τις επιδόσεις τους, ενώ θέμα σύγκρισης με άλλες τηλεοράσεις σε αυτό το μέγεθος, τουλάχιστο, δεν τίθεται. Ηχητικά η KD-65X9005B διαθέτει έκταση σε όλο το φάσμα, με τις υψηλές συχνότητες να διαθέτουν ακρίβεια και άριστη περιγραφή για το είδος της εφαρμογής –και όχι μόνο–, ενώ οι μεσαίες παραμένουν απαραμόρφωτες και διαυγείς ακόμη και σε υψηλές στάθμες. Οι χαμηλές συχνότητες συνοδεύουν με παλμό την εικόνα κατά τη θέαση ταινιών και συμβάλουν στη δημιουργία του ambience κατά την παρακολούθηση ενός ποδοσφαιρικού αγώνα με ποιοτική τηλεοπτική κάλυψη. Η διάταξη των ηχείων δημιουργεί ικανοποιητική στερεοφωνική εικόνα, την οποία απολαμβάνει κανείς στο μέγιστο της απόδοσής της αν παρακολουθεί από τη σωστή απόσταση την 65X9005B. Η συνολική απόδοση του συστήματος ικανοποιεί απαιτήσεις για σοβαρότερες μουσικές ακροάσεις, επιφέροντας στον αδαή την έκπληξη και στο γνώστη το θαυμασμό.

H εικόνα

Ας περάσουμε τώρα στην εικόνα. Η KD-65X9005B διαθέτει πάνελ UHD ανάλυσης 3840x2160pixels, το οποίο συνοδεύεται από σύστημα Edge LED Local Dimming. Tο σήμα εισόδου στο HDMI 2.0 μπορεί να είναι έως 4Κ/60p, με την αποκωδικοποίηση να υποστηρίζεται από τους codecs H.264 και Η.265. Κατά τις θεάσεις, οι επιμέρους περιοχές επενέργειας του συστήματος LED backlight δεν γίνονται εμφανείς, αν και η ομοιογένεια της οθόνης μπορεί να είναι καλύτερη με τη χρήση ενός περισσότερο φιλοσοφημένου συστήματος backlight, όπως είναι, για παράδειγμα, το X-tended Dynamic Range PRO, το οποίο συναντάμε στη σειρά X95. Για τη συνολική απόδοση της εικόνας υπεύθυνος είναι ο επεξεργαστής 4Κ Χ-Reality Pro, ο οποίος κάνει και το upscaling των σημάτων LD, SD και HD σε 4K UHD. Για την κίνηση χρησιμοποιείται ο Motionflow XR 800Hz. Ο τύπος οθόνης LCD που χρησιμοποιείται στην KD-65X9005B διαθέτει την τεχνολογία Triluminos Display.

H Sony KD-65X9005B μπορεί να καθηλώσει το θεατή. Η εικόνα της είναι ξεκούραστη, χωρίς να «λάμπει». Η κίνηση αποδίδεται άριστα και πάντα με τρόπο ομαλό, αν βέβαια ο χρήστης δεν υπερβάλλει στις ρυθμίσεις του Motionflow XR. Οι διαβαθμίσεις στις σκοτεινές σκηνές περιγράφονται πολύ καλά, ενώ κορυφαίες είναι οι αντίστοιχες επιδόσεις στις φωτεινές. Με καλό υλικό 4Κ, το οποίο είχαμε στη διάθεσή μας μέσω του 4Κ Media Player, το οποίο μας προμήθευσε η Sony, η KD-65X9005B δείχνει τη δυναμική της, όντας άριστη και με μοναδικά ποιοτικά χαρακτηριστικά, όπως είναι πριν από όλα το εκτεταμένο χρωματικό εύρος και η οξύτητα της εικόνας της. H Sony KD-65X9005B είναι άριστη στο upscaling. Ακόμη και υλικό χαμηλής ευκρίνειας από το Ιnternet αναβαθμίζεται σε αποδεκτής ποιότητας από τον 4Κ Χ-Reality Pro. Δεν περιμένει κανείς τέτοιες επιδόσεις από μια τόσο μεγάλη οθόνη, όταν το υλικό στην είσοδό της είναι τόσο φτωχό σε ανάλυση. Αν η πηγή είναι ένα Blu-ray με σήμα 1080p, η ποιότητα της απεικόνισης ανεβαίνει κατακόρυφα. Στην 65X9005B μπορείς να απολαύσεις μία ή και περισσότερες ταινίες, μπορείς να μείνεις εκεί μπροστά της για ώρες, χωρίς να κουραστείς. Μπορείς να δεις ένα ποδοσφαιρικό ματς με μεγάλη άνεση, χάρη στην εικόνα και στον ήχο. Αυτά δεν ισχύουν για κάθε τηλεόραση UHD. Δεν είναι μόνο η μεγαλύτερη ανάλυση που οδηγεί σε αυτά. Είναι η συνολικά καλύτερη ποιότητα της εικόνας που βλέπει ο θεατής σε σχέση με πριν. Είναι η χρωματική καθαρότητα του Triluminos Display, είναι η κίνηση, είναι η ανάλυση του πάνελ που κάνει την εικόνα περισσότερο ενιαία. Κατά την παρακολούθηση υλικού 3D η Sony KD-65X9005B εισάγει πολύ λίγο crosstalk, το οποίο δεν είναι ικανό να διαταράξει την θέαση.

Αξία στην εμπειρία της χρήσης

Με δεδομένες τις ευκολίες που προσφέρει, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, μια σύγχρονη Smart TV (κάτω από την «ομπρέλα» του One-Flick Entertainment εδώ), η Sony με τη δεύτερη γενιά 4Κ UHD TV επιχειρεί να ανακαλύψει ξανά τη συσκευή που λέγεται "τηλεόραση", την έννοια της οποίας είχαμε χάσει από τα μάτια μας για κάποιο διάστημα πίσω από τα εξελιγμένα firmware. Τηλεόραση δεν είναι μόνο τα τεχνικά χαρακτηριστικά και οι δυνατότητες, αλλά, κυρίως, οι επιδόσεις στην εικόνα και στον ήχο. Υπό αυτό το πρίσμα, το οποίο επαναφέρει στην τάξη την οπτική μας για την κατεξοχήν συσκευή απεικόνισης, που είναι η τηλεόραση, η 4K UHD TV Sony KD-65X9005Β αποτελεί σημείο αναφοράς με τις επιδόσεις της σήμερα.

Εδώ μπορείτε να δείτε βαθμολογία και τιμή για την Sony KD-65X9005Β.

Στάθης Ασπιώτης

H σχεδίαση Wedge δίνει τον χώρο που χρειάζεται ώστε η Sony KD-65X9005B να ενσωματώνει ένα κορυφαίο για το είδος της συσκευής ηχητικό σύστημα.

Οι βάσεις οδηγούν τη Sony KD-65X9005B να καταλαμβάνει μικρότερη επιφάνεια, προσφέρουν σταθερότητα, ενώ ο χρήστης μπορεί, αν επιθυμεί, να τις τοποθετήσει πιο κοντά στο κέντρο της τηλεόρασης.

Κάτω από: Test
Tags: 4K, Sony
Epson ΕΒ-595Wi – Hands On
Από staspiotis@gmail.com Παρασκευή 19/09/2014
Blog index open ebu595wi 800

Διαδραστικός Προβολέας Αφής

Έως σήμερα, αυτό που γνωρίζουμε είναι οι φορητές συσκευές αφής (touch), τις οποίες χρησιμοποιούμε κυρίως για παιχνίδι και εργασία. Γνωρίζουμε, ακόμη, ότι οι  διαδραστικοί προβολείς, οι οποίοι χρησιμοποιούνται σε παρουσιάσεις και, κυρίως, στην εκπαίδευση λειτουργούν με ειδικά Pen. Καιρός, λοιπόν, να γνωρίσουμε τους διαδραστικούς προβολείς αφής: Δράστης… είναι για ακόμη μία φορά η Epson, η οποία στο κορυφαίο μοντέλο της σειράς διαδραστικών προβολέων (EB-575Wi, EB-585Wi) προσθέτει τον EB-595Wi, o οποίος είναι τύπου αφής. Αυτό που αγγίζουμε είναι ο πίνακας όπου προσπίπτει η δέσμη φωτός του EB-595Wi, o οποίος είναι τοποθετημένος πάνω από τον πίνακα (short throw projection). Τη θέση των δακτύλων μας σε αυτόν «διαβάζουν» δύο ζεύγη αόρατων ακτινών laser, την ίδια στιγμή που οι διαδραστικοί μαρκαδόροι –οι οποίοι μπορούν να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα– ανιχνεύονται από αισθητήρες IR. Χάρη στη χρήση των ακτινών laser στη θέση του πίνακα-οθόνη προβολής μπορεί να είναι ο ήδη διαθέσιμος λευκοπίνακας, ή οποιαδήποτε επιφάνεια, με διαγώνιο έως και 100 ίντσες – μέγεθος προβολής ασυνήθιστα μεγάλο για αυτό το κόστος. Με τη συμβατότητα με τους ήδη υπάρχοντες πίνακες επιτυγχάνεται δραστική μείωση του κόστους για την εγκατάσταση. Η τελευταία, όπως και το set-up γίνονται από ειδικό εγκαταστάτη, συνεργαζόμενο με την Epson, οπότε δεν χρειάζεται να μάθετε εσείς την, ούτως ή άλλως, απλή διαδικασία – στο δικό μας demo δεν χρειάστηκαν πάνω από 5’. Σημειώστε ότι, το αρχικό set up γίνεται μία φορά και δεν χρειάζεται να επαναληφθεί όταν έρχεται ο επόμενος καθηγητής με τον δικό του υπολογιστή. Πρόκειται, δηλαδή για μία εγκατάσταση plug n play, σε πολλά από τα χαρακτηριστικά της.

Συγκριτικό πλεονέκτημα του Epson ΕΒ-595Wi απέναντι στον ανταγωνισμό του είναι, –πέρα από τη λειτουργία Touch 6 σημείων– η ταχύτητα απόκρισης. Έτσι, η φυσική κίνηση του χεριού πάνω στον πίνακα απεικονίζεται χωρίς καθυστέρηση. Ο Epson ΕΒ-595Wi μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε δύο mode λειτουργίας. Πρώτον ως συμβατικός πίνακας, με δυνατότητα μάλιστα επιλογής του χρώματος του φόντου, όπως επίσης σε συνδυασμό με υπολογιστή. Στην δεύτερη περίπτωση, ως φόντο έχουμε την επιφάνεια εργασίας του υπολογιστή, επιλογή που απλοποιεί σημαντικά τη διαδικασία εκμάθησης, καθώς μπορούμε να γράψουμε με virtual ή με το πραγματικό πληκτρολόγιο.

Στη διάθεση του εκπαιδευτικού υπάρχει software παρεχόμενο από την Epson, το οποίο περιλαμβάνει τα βασικά γεωμετρικά σχήματα, ενώ οι επιλογές δεν τελειώνουν σε αυτά που προσφέρει η Epson, καθώς υπάρχουν ποικίλες αξιόλογες εφαρμογές από πανεπιστήμια και άλλους οργανισμούς που «τρέχουν» στον υπολογιστή και καλύπτουν σημαντικό εύρος θεμάτων διδασκαλίας. Για παράδειγμα, οι μαθητές μπορούν να διδαχθούν γεωγραφία (μέσω Google maps, ενδεχομένως), να δημιουργήσουν εικονικά ηλεκτρικά κυκλώματα συνδυάζοντας τα κατάλληλα εξαρτήματα, κ.α. Η Epson διεθνώς συνεργάζεται με τη Smart (http://education.smarttech.com) για τη διάθεση του λογισμικού της εταιρείας με τους διαδραστικούς της προβολείς. Επί πληρωμή επιλογές υπάρχουν πολλές (π.χ. www.lmatool.com), αλλά και  οι δωρεάν επιλογές φαντάζουν ατελείωτες. Μερικές από αυτές είναι:  

– Open Sankore - http://open-sankore.org/ (διαδραστικό λογισμικό)

– Hot Potatoes - http://hotpot.uvic.ca/ (εργαλείο για δημιουργία κουίζ)

–Phet Interactive Stimulations - http://phet.colorado.edu/el/ (διαδραστικές προσομοιώσεις στα ελληνικά, αγγλικά και άλλες γλώσσες)

– GeoGebra -  http://www.geogebra.org (εργαλείο για μαθηματικά)

– Τα Ψηφιακά Εκπαιδευτικά Βοηθήματα του Υπ. Παιδείας - http://www.study4exams.gr/

– Το Ψηφιακό Σχολείο - http://dschool.edu.gr/

 – Εργαλεία της Microsoft – AutoCollage, Photosynth, OneNote

Όπως φαίνεται και από τις φωτογραφικές λήψεις που συνοδεύουν το άρθρο, μερικές από τις οποίες έγιναν με ευκολία κάτω από δυνατό περιβάλλοντα φωτισμό, ο Epson ΕΒ-595Wi είναι ιδιαίτερα φωτεινός. Στην κανονική λειτουργία οι προδιαγραφές δίνουν τιμές φωτεινότητας 3.300 lumen, ενώ στην οικονομική λειτουργία 1.900 lumen. Η διάρκεια ζωής της λυχνίας είναι 4.000 ώρες και 6.000 ώρες, αντίστοιχα. Η τεχνολογία 3LCD συμβάλει στην ζωντάνια των χρωμάτων που αποδίδει ο Epson ΕΒ-595Wi, παράγοντας σημαντικός σε συνθήκες εκπαίδευσης. H λειτουργία του Epson ΕΒ-595Wi είναι πρακτικά αθόρυβη.

O κορυφαίος διαδραστικός προβολέας 3LCD EB-595Wi, τύπου αφής, της Epson, είναι διαθέσιμος στα 1900€, τιμή στην οποία περιλαμβάνονται δύο Pen (τα δάκτυλα τα βάζετε εσείς – γέλια). Η τιμή της λυχνίας αντικατάστασης είναι 87€. 

Πληροφορίες και τεχνικά χαρακτηριστικά για τον Epson ΕΒ-595Wi μπορείτε να πάρετε πατώντας εδώ.

Στάθης Ασπιώτης

Epson ΕΒ-595Wi – Hands OnEpson ΕΒ-595Wi – Hands OnEpson ΕΒ-595Wi – Hands On

Κάτω από: Test
Tags: Epson
Sony DSC-RX100iii – Hands On
Από georgek@digerati.gr Τετάρτη 17/09/2014
Blog index rx100iii 800

Μικρή Επαγγελματική

To τρίτο μέλος της οικογένειας RX100, που περιλαμβάνει τις προηγμένες pocket μηχανές της Sony, είναι ελάχιστο χρόνο στην αγορά και έρχεται να προσθέσει ακόμη περισσότερες δυνατότητες και ευκολίες στα χέρια του απαιτητικού χρήστη. Ο τελευταίος είναι εκείνος που δεν ικανοποιείται με την ποιότητα που προσφέρουν οι τυπικές pocket μηχανές –πόσο μάλλον τα τηλέφωνα– και στόχος του είναι η καλύτερη δυνατή ποιότητα στο μικρότερο δυνατό μέγεθος. Για να στραφεί στην RX100iii σημαίνει ότι μπορεί να αποχωριστεί το super zoom που διαθέτουν άλλες μηχανές στην κατηγορία τσέπης, με αντάλλαγμα μία τεράστια διαφορά προς όφελος του σε ό,τι αφορά τις δυνατότητες λήψης και την ποιότητα των φωτογραφιών. Ο χρήστης της RX100iii δεν θέλει να στερηθεί την ευκολία που προσφέρουν οι point ‘n shoot μηχανές κάθε μορφής, αλλά θέλει να γνωρίζει ότι με το «εργαλείο», που έχει στην τσέπη του, μπορεί να δημιουργήσει, ανά πάσα στιγμή, ελκυστικές εικόνες εξαιρετικής ποιότητας. Για να πραγματοποιηθεί ο στόχος των υψηλής ποιότητας φωτογραφιών  χρειάζεται να έχει κανείς στα χέρια του μία καλή, πολύ καλή φωτογραφική μηχανή, ανώτερου επιπέδου, όπως είναι η RX100iii.

H RX100iii ήταν στη διάθεση μας για αρκετό χρονικό διάστημα και μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι τα παραπάνω τα οποία είναι στόχοι της Sony έχουν επιτευχθεί σε μέγιστο βαθμό. Η εμπειρία μου ήταν σαφώς πιο ευχάριστη από ό,τι με την RX100ii, την οποία επίσης είχα την ευκαιρία να χρησιμοποιήσω για μεγάλο χρονικό διάστημα πριν από ένα χρόνο, περίπου. Η RX100iii έχει ένα σαφώς πιο τεχνοκρατικό προφίλ με την έννοια ότι δείχνει και είναι ένα ακόμη καλύτερο εργαλείο φωτογράφισης για εκείνον που μπορεί να εκμεταλλευτεί τις δυνατότητες της. Αν δεν γνωρίζει, απλώς θα επωφεληθεί από ορισμένα μοναδικά χαρακτηριστικά που διαθέτει η RX100iii και από την αφθονία αυτοματισμών που έχει ενσωματώσει σε αυτή η Sony. Ο φακός της είναι Zeiss Vario-Sonnar 24-70mm (ισοδύναμα σε 35mm),  F1.8-2.8, είναι φωτεινότερος από της RX100ii και φέρει την επίστρωση T*. Την ίδια επίστρωση έχει εφαρμόσει η Zeiss και στο OLED Tru-Finder, το οποίο ενσωματώνει η RX100iii. Το ηλεκτρονικό σκόπευτρο OLED, το οποίο φέρει η RX100iii προσφέρει σημαντικά περισσότερη πληροφόρηση στον χρήστη σε σχέση με την ενσωματωμένη οθόνη, η οποία είναι κατάλληλη για την point and shoot φωτογράφιση. Το OLED Tru-Finder διαθέτει μεγαλύτερη ανάλυση (0,39’’/ 1,44Mpixel) και οξύτητα εικόνας από την ανακλινόμενη οθόνη LCD (3’’, 1,23Mpixel) στην πλάτη της μηχανής. Για το μέλλον, όταν οι οικονομοτεχνικές συνθήκες το επιτρέψουν, θα ζητήσουμε ένα λίγο μεγαλύτερο σκόπευτρο και περιστρεφόμενη (όχι απλά ανακλινόμενη) οθόνη OLED στην πλάτη… Η ποιότητα των εικόνων που δίνει η RX100iii, η ακρίβεια του μηχανισμού εστίασης που διαθέτει, η αναλυτική ικανότητα του φακού της και τα χαρακτηριστικά βάθους πεδίου που διαθέτει, υποστηρίζουν με σαφήνεια ακόμη καλύτερες επιλογές στην σκόπευση, τις οποίες θα πρέπει η Sony να λάβει υπόψη στην επόμενη αναβάθμιση. Οι μηχανικοί της εταιρείας έχουν καταφέρει να μας ανοίξουν την όρεξη και να μας κεντρίσουν το ενδιαφέρον με το OLED Tru-Finder στις RX100ii και RX100iii, αλλά, λαμβανομένου υπόψη των μεγεθών, η ενσωμάτωση μεγαλύτερου σκοπεύτρου θα είναι μάλλον ένα δύσκολο πρόβλημα για αυτούς. Η παρούσα οθόνη LCD διευκολύνει κατά τις λήψεις υπό περίεργες και ασυνήθιστες γωνίες θέασης, αλλά στην περίπτωση αυτή ο χρήστης θα πρέπει να επιστρατεύσει μεγάλο μέρος από την πείρα του και την εμπειρία λήψης με την RX100iii για να συνθέσει σωστά την εικόνα, ειδικά σε ό,τι αφορά το βάθος πεδίου.

Ο αισθητήρας της μηχανής είναι ιδιαίτερα μεγάλος για το είδος της μηχανής – CMOS Exmor R 1,0’’, 20,1Μpixel– και την κατηγορίας της με βάση το μέγεθος και οδηγεί σε εικόνες με ιδιαίτερα μεγάλη η δυναμική αντίθεση. Καθώς η πορεία της χρήσης εξελίσσεται, γίνεται κατανοητό από τον φωτογράφο ότι έχει στα χέρια του μία μηχανή που μπορεί να ανταπεξέρθει σε ένα πολύ μεγάλο εύρος φωτιστικών συνθηκών, χάρη και στο ενσωματωμένο φίλτρο ουδέτερης πυκνότητας, το οποίο λειτουργεί (και) αυτόματα και προσαρμόζει τη δυναμική περιοχή προς όφελος της ευελιξίας του χρήστη, προσφέροντας του μεγαλύτερο έλεγχο κατά τη λήψη, αλλά και τη δυνατότητα δημιουργίας εφέ.

Το σώμα της μηχανής είναι ελάχιστο σε μέγεθος. Με βάση τις δυνατότητες που ενσωματώνονται σε αυτό και την επιλογή το σασί να είναι από αλουμίνιο, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι  να απονέμουμε εύσημα στην Sony. To αλουμίνιο καθιστά την RX100iii ιδιαίτερα ανθεκτική, κάτι που είχα τη δυνατότητα να το διαπιστώσω από πρώτο χέρι, μετά την μεγάλη φυσική ταλαιπωρία στην οποία υπέβαλα τη μηχανή. Η όλη υλοποίηση γίνεται ακόμη περισσότερο εντυπωσιακή αν λάβουμε υπόψη τα χαρακτηριστικά του φακού που ενσωματώνεται. Με μέγιστη φωτεινότητα F1.8-F2.8, o φακός της Zeiss δίνει δυνατότητα έντονης αποεστίασης, δημιουργώντας εικόνες με μεγάλο βάθος πεδίου. Τα πορτραίτα που δίνει η RX100iii είναι υψηλού επιπέδου και πρακτικά θα πρέπει να στραφεί κανείς σε μία μηχανή Full Frame για να καταφέρει να επιτύχει κάτι καλύτερο.  Ο φακός δεν δίνει παραμορφώσεις ακόμη και στην ευρυγώνια θέση, ενώ ακόμη και στις περισσότερο extreme λήψεις δεν θα προβληματίσει με τη γεωμετρία του. Άριστη είναι η αυτόματη ισορροπία του λευκού, αλλά και τα presets είναι έξυπνα τοποθετημένα στο φάσμα προκειμένου να δίνουν αξιόπιστές λύσεις όταν οι συνθήκες διαφοροποιούνται από αυτές της γενικής φωτογράφισης. Η υψηλή ευαισθησία και η αποθορυβοποίηση του Bionz X οδηγούν σε άριστα αποτελέσματα σε λήψεις με ISO4000. Από εκεί και πάνω ο κόκκος κάνει περισσότερο αισθητή την παρουσία του στα jpegs της μηχανής, αλλά δεν πρόκειται να προβληματίσει επ’ ουδενί τον μέσο χρήστη, αλλά ούτε τον περισσότερο ψαγμένο φωτογράφο, στις περισσότερες των περιπτώσεων και ανάλογα με το σκοπό της φωτογράφησης. Η ευκρίνεια της Sony RX100iii είναι άριστη και ικανοποιητική ακόμη και σε ακραίες θέσεις του διαφράγματος. Στην πράξη από το F4.0 και μετά ο Zeiss δίνει τον καλύτερο του εαυτό, ενώ ακόμη και το F1.8 είναι πάντα υπολογίσιμο και στη διάθεση μας. H δυνατότητα λήψης σε .raw προσφέρει πολλές επιπλέον δυνατότητες στον φωτογράφο, ειδικά σε λήψεις που είναι ιδιαίτερα δύσκολες. Το πρόγραμμα μετατροπής Sony Image Data Converter προσφέρει πλήθος δυνατοτήτων, αλλά ταυτόχρονα είναι αρκετά «βαρύ».

Οι αποκρίσεις της RX100iii σε ταχύτητα ικανοποιούν και με το παραπάνω αυτό που αναμένεται να ζητήσει ο χρήστης μίας pocket μηχανής. Το σύστημα εστίασης είναι ένα βήμα μπροστά από αυτά που απαντώνται σε τυπικές μηχανές τέτοιου μεγέθους… Η λογική της τοποθέτησης των πλήκτρων και των χειριστηρίων στο σώμα είναι εύκολα απομνημονεύσιμη από τον χρήστη. Αυτό που θα συνέβαλε στην περαιτέρω αύξηση της ταχύτητας χρήσης της RX100iii είναι… το μεγάλωμα του μεγέθους της, κάτι το οποίο έως τώρα (καλώς, για προφανείς λόγους) είναι αντίθετο με την πορεία εξέλιξης της RX100iii. Το οπτικά σταθεροποιημένο σύστημα σύλληψης του φωτός της “μικρής επαγγελματικής” της Sony, με δυνατότητα απεικόνισης «ρηχού» βάθους πεδίου, υποβοηθείται σημαντικά από τον περιστροφικό δακτύλιο γύρω από το φακό, ο οποίος μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε για απευθείας χειροκίνητη εστίαση, είτε για μικροδιορθώσεις στο αυτόματο σύστημα. Οι λειτουργίες AF στην RX100iii είναι πλήρεις και προσαρμόσιμες στις απαιτήσεις του φωτογράφου και στις συνθήκες λήψης. Αξίζει να συγκρατήσετε ότι υπάρχει ακόμη ειδική λειτουργία AF (όχι στα αυτόματα προγράμματα, αλλά στα modes ελέγχου) έτσι ώστε κατά φωτογράφιση πορτρέτων η εστίαση να γίνεται στα μάτια του μοντέλου και όχι γενικά στο πρόσωπο. Η δυνατότητα αυτή είναι ιδιαίτερα χρήσιμη και οδηγεί σε όμορφα πορτραίτα και λειτουργεί προσθετικά στα χαρακτηριστικά του φακού και του αισθητήρα που διαθέτει η μηχανή.

Η λήψη video 1080p μπορεί να γίνει με κωδικοποίηση XAVC S, πλέον της AVCHD, προσφέροντας αποδοτικότερη συμπίεση και οικονομία αποθηκευτικού χώρου. Η RX100iii συνεργάζεται με την εφαρμογή PlayMemories της Sony, αλλά και με εφαρμογές τρίτων, με τρόπο ασύρματο μέσω Wi-Fi.

Ολοκληρώνοντας, η RX100iii είναι μία επαγγελματικού επιπέδου μηχανή σε μικρό μέγεθος από τη Sony, η οποία εμπνέεται από και συμπληρώνει τη σειρά α της εταιρείας. Η RX100iii είναι ιδανικός παρτενέρ των μηχανών full frame της σειράς α7, αλλά και μία πολύ έξυπνη ιδέα αγοράς για εκείνον που έχει πάθος για επαγγελματικού επιπέδου εικόνες, αλλά επιδιώκει ταυτόχρονα την οικονομία και την ευελιξία.

Βαθμολογία και τιμές για τη Sony DSC-RX100iii μπορείτε να δείτε εδώ

Στάθης Ασπιώτης

Αριστερά η πρώτη RX100, στο κέντρο η νεά RX100iii, με νέο φακό Zeiss και ενσωματωμένο φλας.

Κάτω από: Test
Das Keyboard Model S Professional
Από gms@digerati.gr Τρίτη 22/07/2014
Blog index model s pro front

ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΥΠΕΡΟΧΗ

Η Das Keyboard ξεκίνησε το 2005 από την επιθυμία του ιδρυτή της Daniel Guermeur, να δημιουργήσει ένα πληκτρολόγιο με το οποίο θα μπορούσε να γράφει άνετα και γρήγορα. Το πρώτο πληκτρολόγιο που έβγαλε ποτέ στην αγορά, είχε εντελώς κενά πλήκτρα, κάτι που σύμφωνα με τον Guermeur, αύξανε δραματικά τις επιδόσεις του στην πληκτρολόγηση. Για εμάς τους υπόλοιπους που δεν είμαστε τόσο γενναίοι, υπάρχουν και μοντέλα με κανονικά πλήκτρα, σε US αλλά και UK layouts.

Το Model S απευθύνεται κυρίως σε αυτούς που περνούν πολλή ώρα πληκτρολογώντας, χωρίς να ενδιαφέρονται για ατελείωτα έξτρα προγραμματιζόμενα κουμπιά, φωτιζόμενα πλήκτρα και διαστημικά σχήματα. Η εμφάνιση του Model S είναι λιτή και περιορίζεται στα απολύτως απαραίτητα. Μοναδική παρέκκλιση από το κλασικό ορθογώνιο σχήμα είναι η πάνω δεξιά γωνία, όπου φιλοξενείται το λογότυπο της εταιρείας καθώς και ένα usb hub δύο θέσεων, ώστε να μπορείτε να βάλετε κάποιο φλασάκι ή να φορτίσετε κάποια συσκευή χωρίς να χρειάζεται να ψάχνετε πίσω από το κουτί του υπολογιστή. Η τελευταία παραχώρηση που κάνει η Das σε ότι αφορά στις έξτρα παροχές είναι τα media controls στα F-Keys.

Παρά την απλότητα με την οποία είναι σχεδιασμένο το Model S, δεν έγινε καμία υποχώρηση στην ποιότητα κατασκευής. Κάθε του πλήκτρο πατάει πάνω σε ένα MX Switch με επιχρυσωμένες επαφές, ενώ κάτω από την πλακέτα του υπάρχει μια μεταλλική πλάκα ώστε το πληκτρολόγιο να έχει βάρος και να μην μετακινείται κατά τη χρήση του. Τα πλαστικά του είναι επίσης εξαιρετικής ποιότητας και το μοναδικό παράπονο που μπορεί να έχει κάποιος, είναι το γυαλιστερό piano black φινίρισμα που έχει στην πάνω επιφάνεια, το οποίο όπως όλοι γνωρίζουν είναι μαγνήτης για δαχτυλιές και σκόνη. Όπως όμως λέει και η ίδια η εταιρεία, το φινίρισμα είναι εγκεκριμένο από τον ίδιο τον Darth Vader και μέσα στη συσκευασία περιλαμβάνει και ένα πανάκι για τον καθαρισμό του.

Υπάρχουν τρεις εκδόσεις του Model S Professional, ανάλογα με τους διακόπτες που θα επιλέξει κανείς:

  • Blue MX Switches. Η πιο θορυβώδεις επιλογή. Είναι κάπως πιο σκληροί στην αίσθηση από τους άλλους και είναι ό,τι πιο κοντινό θα βρει κανείς στο μυθικό πλέον Model M της IBM. Το μοντέλο που έχουμε στα χέρια μας (και με το οποίο γράφτηκε και αυτό το review) έχει τέτοιους διακόπτες.

  • Brown MX Switches. Λιγότερο θορυβώδεις από τους μπλε, αλλά χωρίς να θυσιάζουν την αίσθηση ανάδρασης όταν πατάς κάθε πλήκτρο. Είναι θα έλεγε κανείς η συμβιβαστική επιλογή.

  • Red MX Switches. Η αθόρυβη επιλογή. Για την ακρίβεια η επιλογή με τα επίπεδα θορύβου που παράγει και ένα πληκτρολόγιο μεμβράνης. Επίσης, οι διακόπτες αυτοί, είναι πιο μαλακοί στο πάτημα, οπότε προτείνονται για αυτούς που θέλουν ένα mechanical πληκτρολόγιο αλλά προτιμούν την αίσθηση ενός πληκτρολογίου μεμβράνης.

Πολλοί διατείνονται ότι η όλη ιστορία με τα mechanical keyboards είναι απλά μια μόδα, ότι είναι απλά ακριβά παιχνίδια και ότι αν υπήρχε λόγος να έχουμε mechanical keyboards δεν θα είχαν καταργηθεί ποτέ. Στην πραγματικότητα, ο μόνος λόγος που η βιομηχανία αποφάσισε να περάσει από την τεχνολογία των διακοπτών σε αυτή της μεμβράνης ήταν ένας: Το υψηλό κόστος. Κυκλοφορεί μάλιστα και ένας μύθος, ότι τα πληκτρολόγια μεμβράνης ήταν η αιτία που οι ανταγωνιστές της IBM κατάφεραν και έβγαλαν πολύ φθηνότερους υπολογιστές στην αγορά και έριξαν την Γαλάζια Κυρία από το θρόνο της.

Οι δοκιμές μας όμως με το Model S, δείχνουν ότι οι ισχυρισμοί της Das Keyboard δεν είναι αβάσιμοι. Πιάνοντας για πρώτη φορά το Model S στα χέρια σου αισθάνεσαι λίγο ή περισσότερο παράξενα, ανάλογα με το πληκτρολόγιο που είχες πριν, αλλά μετά από μια μέρα περίπου τα δάχτυλά σου έχουν προσαρμοστεί πλήρως στις αποστάσεις των πλήκτρων. Από εκεί και πέρα η ταχύτητα με την οποία πληκτρολογείς θα αρχίσει να αυξάνεται όσο περισσότερο συνηθίζεις την αίσθηση των διακοπτών κάτω από τα δάχτυλά σου και μάλλον θα νιώθεις και πιο άνετα ακόμα και μετά από πολλή ώρα χρήσης.

Το Model S αποδίδει το ίδιο καλά και σε παιχνίδια, αρκεί να μην έχει συνηθίσει κανείς να έχει στη διάθεσή του προγραμματιζόμενα πλήκτρα, καθώς όπως είπαμε το πληκτρολόγιο αυτό δεν διαθέτει κάτι τέτοιο. Παρόλα αυτά παίξαμε Diablo 3 μια χαρά. Το κατά πόσον όμως το Model S, προτείνεται αντί για αντίστοιχης τιμής gaming πληκτρολόγια που κυκλοφορούν στην αγορά χωρά μεγάλη συζήτηση και έχει να κάνει με τις απαιτήσεις που έχει ο χρήστης.

Η ερώτηση που πρέπει τελικά να απαντήσουμε είναι η εξής: Αξίζει τα χρήματά του; Και πιο συγκεκριμένα, αξίζει να δώσει κανείς περί τα 130 δολάρια για να πάρει ένα πληκτρολόγιο που μοιάζει λες και βγήκε από σειρά της δεκαετίας του ’80; Για όσους δεν περνούν τόση πολλή ώρα παρέα με τον υπολογιστή τους σίγουρα όχι. Εάν όμως πληκτρολογείτε πολύ, έχετε ακούσει για τα mechanical keyboards και θέλετε να δοκιμάσετε, ίσως είναι καλύτερα να βρείτε κάποιο πιο φθηνό και αργότερα να περάσετε σε ένα Das. Εάν πάλι έχετε δουλέψει με mechanical keyboard στο παρελθόν και είστε σίγουροι ότι θέλετε να επενδύσετε σε κάτι καλό, τότε μην το σκέφτεστε.


Κώστας Λαμπρόπουλος

 

 

LG G3 - Hands On
Από georgek@digerati.gr Δευτέρα 21/07/2014
Blog index lg g3 main

Με την παρουσίαση του G2, η LG έκανε το αποφασιστικό βήμα για να γίνει από «κυνηγός» πρωτοπόρος στον τομέα των Smartphones. To G3, το οποίο ανάμεσα στα άλλα διαθέτει μια από τις περισσότερο εξελιγμένες αυτόματες κάμερες που απαντώνται σήμερα σε Smartphone, δεν αποτελεί τίποτα λιγότερο από μία, καλώς εννοούμενη, επίδειξη τεχνογνωσίας και σχεδιαστικής ευελιξίας από την LG.

To G3 είναι φτιαγμένο για να αντιγραφεί. Ίσως το τεχνολογικό timing να ευνοεί την LG, αλλά θυμηθείτε το αυτό, όταν σε μερικούς μήνες ακολουθήσουν ανακοινώσεις από άλλους κατασκευαστές. Ο λόγος είναι προφανής. Το LG G3 έχει φτιαχτεί για να είναι όχι απλά ένα από τα ταχύτερα, αλλά το καλύτερο Smartphone στον κόσμο για το 2014. Παρά τις επιφυλάξεις που μπορεί να διατυπωθούν, η LG το έχει καταφέρει και μάλιστα με τρόπο εκκωφαντικό, σε συγκεκριμένους τομείς τουλάχιστο.

Το LG G3 είναι ξεχωριστό σε σχεδίαση. Με σβηστή την οθόνη των 5,5’’ ακόμη. Το χρώμα και το σχήμα του G3 τραβούν το βλέμμα ακόμη και του αδιάφορου, o οποίος εύλογα θα αναρωτηθεί τι κρύβεται μέσα στο τοξωτό σασί με το μεταλλικό φινίρισμα στην πίσω όψη. Όταν δε έρθει σε λειτουργία η οθόνη, το G3 με σιγουριά «κλέβει την παράσταση». Η ενεργή επιφάνεια του G3 καλύπτει την εμπρόσθια όψη του σε ποσοστό 76,4% (έτσι όπως το προσδιορίζει η LG) με εικονοστοιχεία πυκνότητας 534 ppi. Η ανάλυση 2560x1440pixels και η φωτεινότητα του IPS LCD panel πείθουν τον καθένα. Ομολογώ ότι κατά την επίσημη παρουσίαση του G3 στάθηκα με σκεπτικισμό απέναντι στη χρήση μίας οθόνης με τέτοια πυκνότητα σε συσκευή Smartphone. Θεώρησα την κίνηση αυτή ως υπερβολή. Όταν όμως είδα το G3 από κοντά κατάλαβα ότι δεν θα μπορούσε το G3 να είναι εντυπωσιακό σε τέτοιο βαθμό, αν δεν ενσωμάτωνε αυτή την οθόνη, στην αιχμή της τεχνολογίας. Αν στα τεχνικά χαρακτηριστικά και στην πυκνότητα της εικόνας που αντικρίζουμε, προσθέσουμε την ικανότητα της να πληροφορεί σε συνθήκες έντονου εξωτερικού φωτισμού, αλλά και την πρακτικά απεριόριστη γωνία θέασης, τότε καταλαβαίνουμε ότι η προσέγγιση της LG στον τομέα οθόνη –το βασικότερο ίσως συστατικό για ένα επιτυχημένο Smartphone– είναι ολοκληρωμένη.

Η εμπειρία χρήσης του G3 είναι ιδιαίτερα ευχάριστη και μετά από ελάχιστο χρόνο έχεις αρχίσει να «καλομαθαίνεις» από τις ευκολίες και τα customizations της LG, σε σημείο που το reset και η μετάβαση σε ένα άλλο τηλέφωνο με το τέλος της δοκιμής να είναι δυσάρεστη διαδικασία. Η μεγάλη και καλή οθόνη του G3 και οι μεγαλύτερες δυνατότητες έκφρασης που δίνει στους προγραμματιστές της LG, τοποθετούν άμεσα τη ναυαρχίδα της εταιρείας στην καθημερινή πρακτική, περισσότερο από ό,τι τα –επίσης πολύ καλά στον τομέα και στην κατηγορία τους– G2 mini και L90, τα οποία έχουμε χρησιμοποιήσει. Εξάλλου, το G3 διαθέτει ένα από τα περισσότερο έξυπνα και εύχρηστα πληκτρολόγια σε Smartphone αυτή τη στιγμή. Το λειτουργικό interface του G3 αναδεικνύουν τα γνωστά πλέον Knock Code, Smart Notice και Guest Mode. Ηχητικά το G3 ικανοποιεί από κάθε άποψη, τόσο κατά τις συνομιλίες με το ακουστικό όσο και σε ανοικτή ακρόαση. Η αυτονομία του G3 στα χέρια μου ήταν περί τη μία ημέρα, χρόνος που μου φάνηκε μικρός για ό,τι έχω συνηθίσει από την LG στον τομέα. Ίσως η μπαταρία του demo που είχα στα χέρια μου να μην είχε τύχει της καλύτερης μεταχείρισης στην αρχή της ζωής της. Παρατήρησα πάντως μεγάλη μείωση των αποθεμάτων της κατά τη χρήση data. Αυτό που θα πρέπει να λάβει υπόψη του ο υποψήφιος χρήσης και δη οι κυρίες, είναι το μέγεθος της συσκευής. Παρά τις διευκολύνσεις που προσφέρει η LG μέσω των μενού για χειρισμό με ένα χέρι, εκείνοι με τα περισσότερο μικρά χέρια θα πρέπει είναι σίγουροι για τις επιλογές τους, κάτι άλλωστε ισχύει για κάθε Smartphone σε αυτό το μέγεθος.

Ας έρθουμε στην κάμερα του G3, η οποία είναι μοναδική ανάμεσα στα Smartphones, ενώ διαθέτει χαρακτηριστικά και επιδόσεις που σε ορισμένους τομείς θα ζήλευαν μεγαλύτερες compact φωτογραφικές μηχανές. Καταρχήν, υπό κανονικές συνθήκες, δεν θα βγάλεις κουνημένη φωτογραφία, καθώς η κάμερα είναι οπτικά σταθεροποιημένη. Η λειτουργία του O.I.S. περνά απαρατήρητη – όχι όμως και τα αποτελέσματα που δίνει. Ο φακός είναι αρκετά φωτεινός (f2.4), ενώ η δυναμική περιοχή του αισθητήρα των υπεραρκετών 13Mpixel –σοφή επιλογή της ανάλυσης– είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Η κάμερα του G3 υποστηρίζεται σε πολλαπλά επίπεδα από λογισμικό, εν είδη Auto Scene, το οποίο φροντίζει για τα καλύτερα αποτελέσματα σε κάθε λήψη. Η επιλογή είναι αυτόματη, χωρίς να γίνεται αντιληπτή και… ο χρήστης σύντομα ανακαλύπτει τον επιτυχημένο φωτογράφο στο πρόσωπο του. Πέρα από την επεξεργασία της εικόνας, που «τρέχει» συνεχώς και αυτόματα στο παρασκήνιο, η κάμερα του G3 είναι εξοπλισμένη με ένα ειδικό Gesture mode, όπου με ένα νόημα του χεριού γίνεται λήψη selfie φωτογραφίας, ενώ το ίδιο συμβαίνει αν πείτε cheers μεγαλόφωνα. Επίσης, είναι να δυνατή η ταυτόχρονη λήψη και από τις δύο κάμερες με δυνατότητα υπέρθεσης των φωτογραφιών. Αυτόματα, φυσικά και σε πραγματικό χρόνο. Χειροκίνητη εστίαση με την κλασική έννοια του όρου δεν υπάρχει. Ο χρήστης όμως μπορεί να επιλέξει το Magic Focus mode, με το οποίο εστιάζει εκ των υστέρων στο σημείο του κάδρου που επιθυμεί, …μετά τη λήψη! Πέραν του “Μαγικού” mode (δείτε τις φωτό που παραθέτουμε), διαθέσιμο είναι touch focus με ταυτόχρονη απελευθέρωση του κλείστρου. Το σύστημα εστίασης έχει το χαρακτηριστικό ότι εστιάζει υπό οποιεσδήποτε συνθήκες φωτισμού, ακόμη και στο απόλυτο σκοτάδι, χωρίς τη χρήση βοηθητικής λυχνίας. Αυτό επιτυγχάνεται με τη χρήση συστήματος Laser AF, το οποίο, επιπλέον, είναι αστραπιαίο σε απόκριση. Αντίστοιχα καλής ποιότητας είναι το video 4K (3840x2160p) που λαμβάνει το G3. Και εδώ ο οπτικός σταθεροποιητής αποδεικνύεται ιδιαίτερα χρήσιμος, όχι όμως τόσο αποτελεσματικός όσο στις ακίνητες εικόνες. Χωρίς αμφιβολία οι λειτουργίες λήψης είναι «έξυπνες» με άριστα αποτελέσματα σε photo και video για το είδος της συσκευής. Αν υπάρχει κάτι που με προβλημάτισε στον τομέα, ως φωτογράφο, είναι η σχεδόν παντελής απουσία χειροκίνητων ρυθμίσεων στην ενσωματωμένη κάμερα (photo + video). Πρόκειται για μία καλά μελετημένη κίνηση από μέρους της LG και έχει σχέση με την ομαλή ένταξη της κάμερας στο «οικοσύστημα» του G3 και την υποστήριξη του lifestyle που προτείνει. Η επιλογή αυτή είναι το μεγαλύτερο δώρο που θα μπορούσε να κάνει η κορεατική εταιρεία στους κατασκευαστές φωτογραφικών μηχανών τύπου pocket.

Στάθης Ασπιώτης

 


Εστίαση σε όποιο σημείο του κάδρου θέλουμε μετά τη λήψη με το Magic Focus.

 


Εξαιρετικά αποτελέσματα για δεδομένα κάμερας point and shoot. Αυτή του G3 διαθέτει ανάλυση 13Μpixel.

Κάτω από: Test
Samsung Galaxy S5 - Hands On
Από gms@digerati.gr Δευτέρα 21/07/2014
Blog index s5 1

H Samsung έχει καταφέρει να συνδέσει το όνομα της με τα Smartphones με λειτουργικό Android όσο καμία άλλη εταιρεία. Ο λόγος που έχει συμβεί αυτό είναι, εν πολλοίς, η ώθηση που έχει δώσει η ίδια η εταιρεία στη συγκεκριμένη αγορά, μέσω του αποτελεσματικού -σαρωτικού ενίοτε- marketing, αλλά και των πολυδάπανων τεχνολογικών επενδύσεων της. Κατάληξη της πολιτικής αυτής είναι, πολλοί από τους μέσους χρήστες να στρέφονται σχεδόν αυτόματα προς τις συσκευές της εταιρείας, όταν εισέρχονται στον κόσμο του Android. Οι περισσότερο φιλικοί με την τεχνολογία, εμείς δηλαδή που διαβάζουμε (και γράφουμε) για αυτή, για σειρά ετών παρακολουθούσαμε (και συνεχίζουμε να το κάνουμε) τις ανακοινώσεις της κορεατικής εταιρείας σχεδιάζοντας την επόμενη αναβάθμιση στο hardware. Κατάληξη αυτής της άκρως επιτυχημένης πορείας εξέλιξης της Samsung και σε ό,τι αφορά τις συσκευές της είναι το Galaxy S5. Είναι το κορυφαίο τεχνολογικό της σημείο στη σειρά S είναι, εκτιμώ, κομβικό για την περαιτέρω εξέλιξη των συσκευών της εταιρείας. Μέσω της επιμελούς και στοχευμένης εξέλιξης των Galaxy S, η Samsung έχει καταφέρει να προσφέρει στον χρήστη του S5, πιθανόν, το πλέον ολοκληρωμένο τηλέφωνο. Προσοχή, δεν λέω το καλύτερο όλων, λέω το πλέον ολοκληρωμένο. Ένα Smartphone στο οποίο με πολύ μεγάλη δυσκολία και με ισχυρή δόση επαγγελματικής διαστροφής θα καταφέρεις να βρεις κάτι και να δηλώσεις ότι σε ενοχλεί, ότι εγείρει ενστάσεις, ή παράπονα. Αυτό δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητο. Το S5 είναι πολύ λεπτό, χωρά εύκολα στην τσέπη, δε γλιστρά από το χέρι, είναι σοβαρό σε εμφάνιση, διαθέτει μεγάλη οθόνη με διαγώνιο 5,1'', ευδιάκριτη, υψηλής ευκρίνειας -Full HD, 432ppi. Το λειτουργικό έχει δεχθεί τις επεμβάσεις της Samsung για να είναι τόσο απλό και εύχρηστο, όσο και να διευκολύνει ακόμη και αυτόν –ενδεχομένως μόνο αυτόν- που έρχεται στο Αndroid εγκαταλείποντας ένα feature phone. H πλοήγηση στο internet, είτε μέσω Wi-Fi, είτε μέσω 4G είναι απρόσκοπτη και υποστηρίζεται άριστα από τον default browser. H ταχύτητα που προσφέρει ο τετραπύρηνος επεξεργαστής είναι μέγιστη. O ήχος στο ακουστικό κατά τη συνομιλία είναι άψογος και το μικρόφωνο διαμάντι. Η ενσωματωμένη camera 16Μpixel είναι εύκολη στη χρήση, κατάλληλη ακόμη και για παιδιά, με την εξερεύνηση στα μενού της να προσφέρει πλήθος προτάσεων και ευκολίες για selfies και κανονική point and shoot φωτογράφιση. Τα αποτελέσματα που δίνει είναι πολύ καλά και σου δίνουν τους καλύτερους λόγους να αφήσεις την παρωχημένη μικρή pocket μηχανή στο σπίτι. Εξάλλου, η τελευταία πιθανότατα δεν είναι σε θέση να κάνει λήψη video 4Κ, όπως συμβαίνει με αυτή του S5. Οι επιδόσεις της ενσωματωμένης κάμερας (photo + video) σε συνδυασμό με την εξαιρετική πιστότητα της οθόνης Super AMOLED που ενσωματώνεται με την επεξεργασία εικόνας της Samsung, δίνουν ένα πακέτο λήψης-απεικόνισης που έχουν κάθε λόγο να ζηλεύουν Smartphones με «καλύτερες» προδιαγραφές στα χαρτιά. Η αυτονομία που παρέχει η μπαταρία κρατάει το S5 σε λειτουργία σχεδόν για δύο ημέρες, χωρίς "οικονομία" στη χρήση, με προτιμώμενα τα δίκτυα 3G. Ο περισσότερο δραστήριος χρήστης, όταν θα βγει από το γραφείο θα βρει λόγους να συνεχίσει να ασχολείται με το Galaxy μέσω των εφαρμογών υγείας S Health και της προδιαγραφής IP67, η οποία σημαίνει ότι είναι ανθεκτικό απέναντι στον ιδρώτα, τη βροχή, τα υγρά, την άμμο και τη σκόνη. Ναι, το S5 είναι ένα κινητό-σύντροφος που θα σε συνοδεύσει σε όλα χωρίς να ζητά την προσοχή σου. Αν ανήκεις στους περισσότερο φανατικούς τεχνολογικά και τους πλέον έμπειρους, νέες επιλογές στη γκάμα των ενδιαφερόντων σου μπορούν να προσθέσουν τα αξεσουάρ της σειράς Gear. Στο απόγειο εξέλιξης της σειράς Galaxy S, το S5 είναι με διαφορά η περισσότερο ασφαλής επιλογή για εκείνον που χρειάζεται ένα απλό στη χρήση και ταυτόχρονα ιδιαίτερα προηγμένο Smartphone.

Στάθης Ασπιώτης

 


Η νέα δομή και εμφάνιση στα menu ρυθμίσεων των Smartphone της Samsung. Επιμέρους λειτουργίες έχουν αποκτήσει το δικό τους shortcut, αυξάνοντας έτσι τον αριθμό των επιλογών που παρουσιάζονται στον χρήστη. Οι νεωτερισμοί στο τομέα της Samsung, η θέση της οποίας στην αγορά της επιτρέπει να έχει το βλέμμα στο μέλλον, κάνουν το S5 ιδιαίτερα φιλικό στον αρχάριο. Ο έμπειρος χρήστης, όμως, χρειάζεται χρόνο για να εξοικειωθεί εκ νέου μαζί τους.

Κάτω από: Test
Sony Xperia Z1 Compact Hands On
Από georgek@digerati.gr Παρασκευή 11/07/2014
Blog index z1 compact 2

Το Z1 Compact είναι μία από τις πλέον σοβαρές υποψηφιότητες για κείνον που ζητά μία συσκευή κορυφαίων επιδόσεων. Έρχεται σε μικρότερο μέγεθος από το Z1 το οποίο σημαίνει ότι είναι περισσότερο βολικό, τουλάχιστο. Δεν είναι όμως μόνο το μέγεθος της οθόνης των 4,3’’ και οι κορυφαίες επιδόσεις που αποτελούν το δέλεαρ για τον χρήστη. Ας αρχίσουμε όμως από αυτά.

Το Ζ1 Compact (τη βαθμολογία του και τιμές μπορείτε να δείτε εδώ), λόγω μεγέθους είναι κατασκευασμένο να χρησιμοποιείται περισσότερο ως τηλέφωνο, παρά… ως μικρό Tablet, ρόλο που δεν αποποιείται το Ζ1 (πόσο μάλλον ακόμη μεγαλύτερα Smartphones). Με την οπτική αυτή, η ταχύτητα του Ζ1 Compact δείχνει ακόμη περισσότερο εντυπωσιακή, χάρη στον προηγμένο επεξεργαστή του –Quad-core 2.2 GHz Krait 400 σε chipset Snapdragon 800. Στo internet surfing «πάει σφαίρα», ενώ κάθε εφαρμογή τρέχει απρόσκοπτα. Το Ζ1 Compact είναι ένα δυνατό Smartphone, που χαίρεσαι να χρησιμοποιείς. Η οθόνη IPS LCD στα 720p φαντάζει ιδανική στον χρήστη του, τόσο σε φωτεινότητα όσο και σε ευκρίνεια. Ακόμη και κάτω από απευθείας ηλιακό φως, φορώντας ακόμη γυαλιά ηλίου, η οθόνη του Ζ1 Compact ήταν πάντα ξεκάθαρη. Στον επεξεργαστή X-Reality και την τεχνολογία Triluminos, δανεισμένα αμφότερα από τις τηλεοράσεις της εταιρείας, μπορούμε να αποδώσουμε τις άριστες επιδόσεις της οθόνης τόσο κατά την προβολή εικόνων, όσο και κατά το rendering των γραμματοσειρών. Ακόμη και σε πολύωρη ανάγνωση η μικρή (σχετικά) οθόνη δεν κουράζει διόλου.

Ο Ζ1 Compact μοιάζει να μην μένει ποτέ από μπαταρία. Με σκληρή και εντατική χρήση μπορεί να μείνει αφόρτιστο για περίπου δύο ημέρες, με το δίκτυο επιλεγμένο στις συχνότητες 3G – διαθέσιμες είναι οι επιλογές 2G και 4G, επιπλέον. Ενεργοποιώντας από το μενού διαχείρισης την γνωστή τεχνολογία εξοικονόμησης ενέργειας Stamina της Sony, οι δύο ημέρες υπερκαλύπτονται. Όλα αυτά θεωρητικά πάντα,… καθώς αν ενεργοποιήσετε το Low Battery Mode, για παράδειγμα, στο 20% της ωφέλιμης ισχύος της μπαταρίας, είναι πιθανό να μη να δείτε ποτέ το Z1 Compact σβηστό.

Πάμε τώρα στα ισχυρότερα επιχειρήματα για το Z1 Compact. Στο form factor και την ποιότητα της κατασκευής. Το Ζ1 Compact είναι ένα αλεξίσφαιρο κινητό, το οποίο μου κάνει «κλικ-κλικ-κλικ» ως ενδεχόμενο να το έχω μαζί μου στις διακοπές (σ.τ.σ.: λέμε τώρα). Δεν είναι μόνο ότι είναι αδιάβροχο, ότι δεν το ενοχλεί η σκόνη και ότι μπορεί να μπει μαζί μου στο νερό. Ειδικά το τελευταίο δεν θα το κάνω, ούτως ή άλλως. Μπορώ όμως να είμαι ήσυχος ότι το κινητό μου… δεν θα υποφέρει όσο πιο συναρπαστικά περνάω εγώ. Θα φρόντιζα μόνο να εφαρμόσω μία προστατευτική μεμβράνη στη οθόνη και that’s all. Το περιφερειακό αλουμίνιο δίνει στιβαρότητα στην κατασκευή και κάνει την αίσθηση στο χέρι και στην τσέπη ευχάριστη. Το Z1 Compact είναι πραγματικά συμπαγές και «αξιόμαχο» την ίδια στιγμή που δεν είναι μικρό, διαθέτει στιλ του και δεν σου προτείνει συμβιβασμό.

Ως φανατικό φίλο της τεχνολογίας, με ενθουσίασε η τεχνοκρατική προσέγγιση των μενού ρυθμίσεων που προσφέρει η Sony, έτσι όπως τη γνώρισα στο Z1 Compact με την έκδοση του λειτουργικού Android 4.4.4 εγκατεστημένη. Κάθε λειτουργία αναλύεται σε παραμέτρους, οι οποίες προσφέρονται ως επιλογές στον χρήστη που γνωρίζει, ή που έχει το κέφι να πάρει το μέγιστο από το έξυπνο τηλέφωνο του. Από την άλλη, τα software customizations είναι περιορισμένα, αλλά θα συνταχθώ με εκείνους που αδιαφορούν επί του θέματος, ειδικά αν έχω στα χέρια μου hardware τέτοιου επιπέδου.

Η ενσωματωμένη φωτογραφική μηχανή είναι υπέρ-αρκετή για δεδομένα κινητού τηλεφώνου, καθώς ένας τέτοιος αισθητήρας θα μπορούσε (και πράγματι, συμβαίνει) να βρίσκεται στο εσωτερικό μίας καλής compact μηχανής, ενώ και ο φακός είναι της Sony, προερχόμενος από τη σειρά G. Αυτά «φαίνονται» στις φωτογραφίες που δίνει το Z1 Compact, οι οποίες είναι καλές και ικανοποιητικές, δείχνοντας ότι και η φωτογραφική μηχανή συμβαδίζει με την ποιότητα του hardware όπως το έχουμε περιγράψει έως τώρα. Το φλας βρίσκεται σε καλό συγχρονισμό και συνεργασία με το (ψηφιακό) κλείστρο, ο κόκκος υπό συνθήκες χαμηλού φωτισμού είναι αρκετά διακριτικός, ενώ το Smile Shutter εξασφαλίζει ότι θα είστε πάντα χαμογελαστοί στις φωτό και μάλιστα με τρόπο διασκεδαστικό.

Ουδείς τέλειος, βέβαια και έτσι τα παραπάνω έχουν το τίμημα τους, το οποίο όμως δεν είναι τόσο ισχυρό ώστε να επισκιάσει τις επιδόσεις του Ζ1 Compact. Αυτό δεν είναι άλλο από την τυπική ηχητική ποιότητα του ακουστικού και τη λήψη του μικροφώνου (κυρίως αυτό) όταν χρησιμοποιούμε τη λειτουργία ανοικτής ακρόασης. Σε κανονική χρήση οι παραπάνω επιδόσεις «κανονικοποιούνται» έτσι ώστε να μην ασχολείσαι μαζί τους.

Η Sony με το Z1 Compact υλοποιεί ένα έξυπνο, πολύ γρήγορο, τηλέφωνο που συνδυάζει με επιτυχία ετερόκλητα μεταξύ τους στοιχεία. Άφοβα επισκέπτεται την παραλία και το βουνό, τοποθετείται με άνεση στο γραφείο ενός executive, είναι, πρακτικά, πάντα σε λειτουργία και, εν τέλει, ενσωματώνεται εύκολα από το πρώτο λεπτό που θα το ξεπακετάρεις στην καθημερινότητα σου, όποια και αν είναι αυτή.

 

Στάθης Ασπιώτης

Κάτω από: Test

Κατηγορίες

Εγγραφή στο Newsletter

Βρείτε μας

Περισσότερα